Monday, November 17, 2014

πέρασα - Κική Δημουλά







Περπατῶ καὶ νυχτώνει.
Ἀποφασίζω καὶ νυχτώνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὑπῆρξα περίεργη καὶ μελετηρή.
Ξέρω ἀπ᾿ ὅλα. Λίγο ἀπ᾿ ὅλα.
Τὰ ὀνόματα τῶν λουλουδιῶν ὅταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οἱ λέξεις καὶ πότε κρυώνουμε.
Πόσο εὔκολα γυρίζει ἡ κλειδαριὰ τῶν αἰσθημάτων
μ᾿ ἕνα ὁποιοδήποτε κλειδὶ τῆς λησμονιᾶς.
Ὄχι δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες μὲ βροχή,
ἐντάθηκα πίσω ἀπ᾿ αὐτὸ
τὸ συρματόπλεγμα τὸ ὑδάτινο
ὑπομονετικὰ κι ἀπαρατήρητα,
ὅπως ὁ πόνος τῶν δέντρων
ὅταν τὸ ὕστατο φύλλο τοὺς φεύγει
κι ὅπως ὁ φόβος τῶν γενναίων.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Πέρασα ἀπὸ κήπους, στάθηκα σὲ συντριβάνια
καὶ εἶδα πολλὰ ἀγαλματίδια νὰ γελοῦν
σὲ ἀθέατα αἴτια χαρᾶς.
Καὶ μικροὺς ἐρωτιδεῖς, καυχησιάρηδες.
Τὰ τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σὲ νύχτες μου καὶ ρέμβασα.
Εἶδα πολλὰ καὶ ὡραῖα ὄνειρα
καὶ εἶδα νὰ ξεχνιέμαι.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολὺ στὰ αἰσθήματα,
τὰ δικά μου καὶ τῶν ἄλλων,
κι ἔμενε πάντα χῶρος ἀνάμεσά τους
νὰ περάσει ὁ πλατὺς χρόνος.
Πέρασα ἀπὸ ταχυδρομεῖα καὶ ξαναπέρασα.
Ἔγραψα γράμματα καὶ ξαναέγραψα
καὶ στὸ θεὸ τῆς ἀπαντήσεως προσευχήθηκα ἄκοπα.
Ἔλαβα κάρτες σύντομες:
ἐγκάρδιο ἀποχαιρετιστήριο ἀπὸ τὴν Πάτρα
καὶ κάτι χαιρετίσματα
ἀπὸ τὸν Πύργο τῆς Πίζας ποὺ γέρνει.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη ποὺ γέρνει ἡ μέρα.

Μίλησα πολύ. Στοὺς ἀνθρώπους,
στοὺς φανοστάτες, στὶς φωτογραφίες.
Καὶ πολὺ στὶς ἁλυσίδες.
Ἔμαθα νὰ διαβάζω χέρια
καὶ νὰ χάνω χέρια.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πῆγα κι ἀπὸ ἐδῶ, πῆγα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ...
Παντοῦ ἕτοιμος νὰ γεράσει ὁ κόσμος.
Ἔχασα κι ἀπὸ ἐδῶ, ἔχασα κι ἀπὸ κεῖ.
Κι ἀπὸ τὴν προσοχή μου μέσα ἔχασα
κι ἀπὸ τὴν ἀπροσεξία μου.
Πῆγα καὶ στὴ θάλασσα.
Μοῦ ὀφειλόταν ἕνα πλάτος. Πὲς πῶς τὸ πῆρα.
Φοβήθηκα τὴ μοναξιὰ
καὶ φαντάστηκα ἀνθρώπους.
Τοὺς εἶδα νὰ πέφτουν
ἀπὸ τὸ χέρι μιᾶς ἥσυχης σκόνης,
ποὺ διέτρεχε μιὰν ἡλιαχτίδα
κι ἄλλους ἀπὸ τὸν ἦχο μιᾶς καμπάνας ἐλάχιστης.
Καὶ ἠχήθηκα σὲ κωδωνοκρουσίες
ὀρθόδοξης ἐρημιᾶς.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ἔπιασα καὶ φωτιὰ καὶ σιγοκάηκα.
Καὶ δὲν μοῦ ἔλειψε οὔτε τῶν φεγγαριῶν ἡ πεῖρα.
Ἡ χάση τοὺς πάνω ἀπὸ θάλασσες κι ἀπὸ μάτια,
σκοτεινή, μὲ ἀκόνισε.
Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.

Ὅσο μπόρεσα ἔφερ᾿ ἀντίσταση σ᾿ αὐτὸ τὸ ποτάμι
ὅταν εἶχε νερὸ πολύ, νὰ μὴ μὲ πάρει,
κι ὅσο ἦταν δυνατὸν φαντάστηκα νερὸ
στὰ ξεροπόταμα
καὶ παρασύρθηκα.

Ὄχι, δὲν εἶμαι λυπημένη.
Σὲ σωστὴ ὥρα νυχτώνει.

Silence, Space And Stillness



Whenever we become aware of silence, space and stillness we connect with something deeper within us and all around us.  This silence, space and stillness is what many call God. It is not nothing, it is actually life energy before it forms into sounds, light, movement, thought, etc.  It is the unmanifested.  Everything else is the manifested (form).   If you look around there is mostly space between objects, and if you listen carefully there is mostly silence between and around sounds. Becoming aware of this, you then become aware of stillness.  This stillness is awareness itself.  From the book Stillness Speaks by Eckhart Tolle:

Stillness is your essential nature.  What is stillness? The inner space or awareness in which the words on this page are being perceived and become thoughts. Without that awareness, there would be no perception, no thoughts, no world.

You are that awareness, disguised as a person.

The equivalent of external noise is the inner noise of thinking.  The equivalent of external silence is inner stillness.

Whenever there is some silence around you – listen to it.  That means just notice it. Pay attention to it. Listening to silence awakens the dimension of stillness within yourself, because it is only through stillness that you can be aware of silence.

See that in the moment of noticing the silence around you, you are not thinking.  You are aware, but not thinking.

This state of awareness can also be brought about by paying attention to space.  If you look around most of our world is space.  The room you are sitting in, is mostly space.  If you look up at night, you are seeing vast amounts of space.   To put it into perspective, if you were traveling at the speed of light from the earth to the moon it would take about 1.3 seconds.  How long do you think it would take to visit our nearest neighbor, Andromeda Galaxy?  If you are traveling at the speed of light it would take you 2.4 million years.  That’s a long time.  That is a lot of space.   So there is much more “space” then objects out there. As without, so within. Our bodies are also made of mostly space.  In fact, 99.99% of us, is empty space.  Space between atoms.  Becoming aware of this space connects you to who you are – mostly space. It also connects you to everything around you, as everything around you including life forms and objects are mostly space.   When enlightened peopled have come to the realization that they are one with everything, they have become aware of this space and are in fact aware of all space – as there is no border. In this space there is no end, there is also no time.  Becoming aware of this space, silence and stillness is Zen, is enlightenment is Nowness, is God.  Mediation is a very useful tool or practice you can use to become aware of silence, space and stillness although you really only need to pay attention to the space around you, the silence around you the stillness within you – and you can do this Now.

από εδώ

how true!



A stupid man's report of what a clever man says can never be accurate, because he unconsciously translates what he hears into something he can understand.

Bertrand Russell

Sunday, November 16, 2014

BBC: Oι ταξιδιώτες του βυθού: Η μαγεία των δελφινιών (Ελληνικοί υπότιτλοι)

Υπάρχει κάτι πέρα από τον πόνο



"Η δυστυχία υπάρχει" είπε ο Σεβέκ απλώνοντας τα χέρια του. "Είναι πραγματική. Μπορώ να την ονομάζω παρεξήγηση, αλλά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι δεν υπάρχει ή ότι κάποτε θα πάψει να υπάρχει. Η δυστυχία είναι η ανθρώπινη συνθήκη. Όταν έρχεται το ξέρεις· αναγνωρίζεις την αλήθεια της. Φυσικά είναι σωστό να φροντίζουμε τους αρρώστους, να καταπολεμάμε την πείνα και την αδικία, όπως κάνει ο κοινωνικός οργανισμός. Αλλά καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αλλάξει τη φύση της ύπαρξης. Δεν μπορούμε να εμποδίσουμε την δυστυχία. Αυτόν ή εκείνον τον πόνο, ναι, αλλά όχι τον Πόνο. Μια κοινωνία μπορεί να καταργήσει μόνο την κοινωνική δυστυχία- την άχρηστη δυστυχία. Η υπόλοιπη εξακολουθεί να υπάρχει. Είναι η ρίζα, η πραγματικότητα. Όλοι από μας εδώ θα γνωρίσουμε τη λύπη· αν ζήσουμε πενήντα χρόνια, θα είναι πενήντα χρόνια λύπης. Και στο τέλος θα πεθάνουμε. Με αυτή την συνθήκη γεννιόμαστε. Φοβάμαι τη ζωή! Υπάρχουν φορές που...που με πιάνει τρόμος. Η ευτυχία φαίνεται φευγαλέα. Κι ωστόσο, αναρωτιέμαι αν όλα αυτά είναι μια παρεξήγηση...αυτό το κυνήγι της ευτυχίας...αυτός ο φόβος του πόνου...Αν αντί να τον φοβάμαι και να τον αποφεύγω...αν μπορούσα να τον διασχίσω...να τον ξεπεράσω...Υπάρχει κάτι πέρα από τον πόνο. Αυτό που υποφέρει είναι το εγώ, αλλά υπάρχει ένα σημείο όπου το εγώ σταματάει. Δεν ξέρω πως να το πω. Αλλά νομίζω ότι η πραγματικότητα, η αλήθεια που αναγνωρίζω στη δυστυχία κι όχι στην άνεση και στην ευτυχία- ότι η πραγματικότητα του πόνου δεν είναι ο πόνος. Αν μπορέσεις να την ξεπεράσεις. Αν μπορέσεις να την αντέξεις μέχρι το τέλος.
"Πραγματικότητα της ζωής μας είναι η αγάπη, η αλληλεγγύη", είπε ένα ψηλό κορίτσι με γλυκά μάτια."Η αγάπη είναι η αληθινή συνθήκη της ανθρώπινης ζωής."

Ursula Le Guin, ο αναρχικός των δύο κόσμων

από εδώ

Saturday, November 15, 2014

οι τρεις - Γιωργης Παυλόπουλος


Αυτός που γράφει το ποιήμα
κι' εκείνος που θα το διαβάσει
μπορεί να είναι το ίδιο πρόσωπο
με κάποιον άλλο που το ονειρεύτηκε.
Μέσα στο ποιήμα βέβαια
έχουν χαθεί κι' οι τρεις.


“Don’t waste your time with explanations: people only hear what they want to hear.”

Paulo Coelho

Friday, November 14, 2014



Humanity, you never had it to begin with.
Charles Bukowski

Thursday, November 13, 2014

κονιάκ 0 αστέρων - Κική Δημουλά



Χαμένα πάνε εντελώς τα λόγια των δακρύων.
Όταν μιλάει η αταξία η τάξη να σωπαίνει
έχει μεγάλη πείρα ο χαμός.
Τώρα πρέπει να σταθούμε στο πλευρό
του ανώφελου.
Σιγά σιγά να ξαναβρεί το λέγειν της η μνήμη
να δίνει ωραίες συμβουλές μακροζωίας
σε ό,τι έχει πεθάνει.

Ας σταθούμε στο πλευρό ετούτης της μικρής
φωτογραφίας
που είναι ακόμα στον ανθό του μέλλοντός της:
νέοι ανώφελα λιγάκι αγκαλιασμένοι
ενώπιον ανωνύμως ευθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εύβοια Σκόπελος;
Θα πεις
και πού δεν ήταν τότε θάλασσα.


Άθλιος, μικρόψυχος τόπος. Σκάβει κάποιος ένα πηγάδι και καταφέρνει, με κόπο και επιμονή, να βγάλει λίγο καθαρό νερό, κι έρχονται ύστερα φθονερά, συμπλεγματικά ανθρωπάκια και φτύνουν μέσα του. Και χαίρονται, και καμαρώνουν που το μόλυναν, και διατυμπανίζουν παντού την "ηρωική" τους πράξη, πιστεύοντας πως όλοι τώρα θα σπεύσουν να ξεδιψάσουν στο δικό τους - που δεν είναι παρά ένας φρικτός, αποπνικτικός βόθρος, γεμάτος με τα περιττώματά τους.

A Process in the Weather of the Heart - Dylan Thomas



A process in the weather of the heart
Turns damp to dry; the golden shot
Storms in the freezing tomb.
A weather in the quarter of the veins
Turns night to day; blood in their suns
Lights up the living worm.

A process in the eye forwarns
The bones of blindness; and the womb
Drives in a death as life leaks out.

A darkness in the weather of the eye
Is half its light; the fathomed sea
Breaks on unangled land.
The seed that makes a forest of the loin
Forks half its fruit; and half drops down,
Slow in a sleeping wind.

A weather in the flesh and bone
Is damp and dry; the quick and dead
Move like two ghosts before the eye.

A process in the weather of the world
Turns ghost to ghost; each mothered child
Sits in their double shade.
A process blows the moon into the sun,
Pulls down the shabby curtains of the skin;
And the heart gives up its dead.

Wednesday, November 12, 2014



«Ε κακομοίρη άνθρωπε», είπε δυνατά, «μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα, κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και στην απιστία! Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις - το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα 'ναι πολύ αργά. Ας ανασκουμπωθούμε εμείς που το ξέρουμε, ας σύρουμε μπορεί να μας ακούσουν!»”

Νίκος Καζαντζάκης

Η δικαιοσύνη λάμπει και μέσα σε φτωχόσπιτα που καπνίζουν και τιμά τους ευσεβείς. Περιφρονεί τη ζωηρόχρωμη αναλαμπή του χρυσού που αποκτήθηκε από λερωμένα χέρια, γιατί είναι συνηθισμένη να πάει κοντά στην αγιότητα και όχι να υποκλίνεται μπροστά στα πλούτη, και κρίνει ανάλογα κάθε πράξη.

Αισχύλος

Monday, November 10, 2014


Eνας αδύναμος άνθρωπος είναι δίκαιος μόνο κατά τύχη. Eνας δυνατός, μη βίαιος άνθρωπος είναι άδικος μόνο κατά τύχη.

Γκάντι

Sunday, November 09, 2014

Liszt - Consolation No. 3, S. 172 (Horowitz)



πιστεύω - Μελισσάνθη


Η Αγάπη μόνο, βαστάζει όλα τα φορτία.
Μπορώ να βαστάζω όλα τα φορτία.
Γιατί η Αγάπη είναι το μέγα φορτίο!
Η Αγάπη σηκώνει το βάρος τ' ουρανού.
Μπορώ να σηκώσω το βάρος τ' ουρανού.
Η Αγάπη υπομένει τα μαρτύρια της πυράς.
Μπορώ να υπομένω τα μαρτύρια της πυράς.
Γιατί η Αγάπη είναι ο ουρανός και η πυρά!
Η Αγάπη πιστεύει στη ζωή και στο θάνατο.
Η Αγάπη πιστεύει στο θαύμα.
Μπορώ να πιστεύω στη ζωή και στο θάνατο!
Γιατί η Αγάπη είναι το θαύμα!
Η Αγάπη προσεύχεται κι' ενεργεί
η Αγάπη αγρυπνεί.
Μπορώ να προσεύχομαι και να ενεργώ
μπορώ να αγρυπνώ.
Γιατί η Αγάπη είναι προσευχή και πράξη!
Γιατί η Αγάπη είναι η μυστική αγρυπνία!
Η Αγάπη κρατάει όλα τα χαμόγελα κι' όλα τα δάκρυα.
Μπορώ να χαμογελώ και να κλαίω όλα τα δάκρυα
γιατί η Αγάπη είναι η χαρούμενη θλίψη!
Η Αγάπη δίνει τον άρτο και τον οίνο
εγγύηση για την αιωνιότητα.
Μπορώ να μεταλάβω τον άρτο και τον οίνο
εγγύηση για την αιωνιότητα.
Γιατί η Αγάπη είναι ο Μυστικός Δείπνος!
Κι' η μεγάλη υπόσχεση!
Η Αγάπη έπλασε τον άνθρωπο.
Η Αγάπη εδώρησε το φως.
Πιστεύω στον άνθρωπο.
Πιστεύω στην Αγάπη.
Γιατί η Αγάπη είναι το φως και η δωρεά!
Γιατί η Αγάπη είναι ο Ανθρωπος!

Friday, November 07, 2014



Les doutes, c’est ce que nous avons de plus intime.
Albert Camus

Thursday, November 06, 2014



Rara avis in terris nigroque simillima cycno.
Iuvenalis

η χώρα της σιωπής - Μελισσάνθη


Η χώρα της σιωπής είναι από κρύσταλλο
γαλάζιο κρύσταλλο, σαν από πάγο.
Εκεί χορεύουνε τα πάντα αθόρυβα
κι' όλες οι εικόνες διαθλώνται στο άπειρο.
Τα δάκρυα των παιδιών και τα παράπονα
αφήνουν το λεπτό ήχο της κιθάρας
των σιωπηλών πλασμάτων τα χαμόγελα
ρόδινη ανταύγεια υψώνουν τα μεσούρανα
και τα βαθιά βλέμματα της αγάπης
ανάβουν φλόγες πυρκαγιάς γαλάζιες.
Στη χώρα της σιωπής ότι είναι γνήσιο
σαν μια καμπάνα ακούγεται γιορτάσιμη
που ανοίγει βουερούς θόλους στα ουράνια.
Στη χώρα της σιωπής συχνά ακροάστηκα
τις ασημένεις κωδωνοκρουσίες
που υψώνει κάποιο σμήνος γερανών.
Σε γάμους μυστικούς, σε λιτανείες
σε τελετές ουράνιες παρευρέθηκα
στη χώρα της σιωπής που είναι από κρύσταλλο
γαλάζιο κρύσταλλο σαν από πάγο.

Wednesday, November 05, 2014

La Mer. Charles Trénet

Είπα ν' αφήσω - Γιώργος Θέμελης


Claude-Monet-ombre sur la mer à pourville 1882


Είπα ν' αφήσω αυτό το πεθαμένο σπίτι
να πάω να κατοικήσω επάνω στην θάλασσα
σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές
εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες.

Το παράθυρο μένει γυμνό μέσα στην νύχτα
όλα τα τζάμια έχουν πέσει
κομμάτια από γυαλί πάνω στη σκόνη.

Και μένω ν' αγωνίζομαι να βρω τη σκιά μου
ίχνος από παλιό λημονησμένον ήλιο.


Tuesday, November 04, 2014


I alone cannot change the world, but I can cast a stone across the waters to create many ripples.

Mother Teresa

Pietà - Michelangelo


Αναρωτιέμαι τι μάνες είχατε - La ballata delle madri


Mi domando che madri avete avuto.
Se ora vi vedessero al lavoro
in un mondo a loro sconosciuto,
presi in un giro mai compiuto
d'esperienze così diverse dalle loro,
che sguardo avrebbero negli occhi?
Se fossero lì, mentre voi scrivete
il vostro pezzo, conformisti e barocchi,
o lo passate, a redattori rotti
a ogni compromesso, capirebbero chi siete?

Madri vili, con nel viso il timore
antico, quello che come un male
deforma i lineamenti in un biancore
che li annebbia, li allontana dal cuore,
li chiude nel vecchio rifiuto morale.
Madri vili, poverine, preoccupate
che i figli conoscano la viltà
per chiedere un posto, per essere pratici,
per non offendere anime privilegiate,
per difendersi da ogni pietà.

Madri mediocri, che hanno imparato
con umiltà di bambine, di noi,
un unico, nudo significato,
con anime in cui il mondo è dannato
a non dare né dolore né gioia.
Madri mediocri, che non hanno avuto
per voi mai una parola d'amore,
se non d'un amore sordidamente muto
di bestia, e in esso v'hanno cresciuto,
impotenti ai reali richiami del cuore.

Madri servili, abituate da secoli
a chinare senza amore la testa,
a trasmettere al loro feto
l'antico, vergognoso segreto
d'accontentarsi dei resti della festa.
Madri servili, che vi hanno insegnato
come il servo può essere felice
odiando chi è, come lui, legato,
come può essere, tradendo, beato,
e sicuro, facendo ciò che non dice.

Madri feroci, intente a difendere
quel poco che, borghesi, possiedono,
la normalità e lo stipendio,
quasi con rabbia di chi si vendichi
o sia stretto da un assurdo assedio.
Madri feroci, che vi hanno detto:
Sopravvivete! Pensate a voi!
Non provate mai pietà o rispetto
per nessuno, covate nel petto
la vostra integrità di avvoltoi!

Ecco, vili, mediocri, servi,
feroci, le vostre povere madri!
Che non hanno vergogna a sapervi
- nel vostro odio - addirittura superbi,
se non è questa che una valle di lacrime.
E' così che vi appartiene questo mondo:
fatti fratelli nelle opposte passioni,
o le patrie nemiche, dal rifiuto profondo
a essere diversi: a rispondere
del selvaggio dolore di esser uomini.

Εάν σας έβλεπαν τώρα στη δουλειά 
σ’ έναν άγνωστο για εκείνες κόσμο
μπλεγμένους σ’ έναν κύκλο
που ποτέ δεν κλείνει
με εμπειρίες τόσο διαφορετικές από τις δικές τους
τι βλέμμα θα είχαν στα μάτια τους; 
Εάν ήταν κοντά σας, την ώρα που γράφετε το άρθρο σας
κομφορμιστές και πομπώδεις 
ή όταν το δίνετε σε συντάκτες που υπέκυψαν σε κάθε συμβιβασμό
θα καταλάβαιναν άραγε ποιοι είστε;

Μάνες τιποτένιες, με τον αρχαίο φόβο στο πρόσωπο
εκείνον που σαν κακό αλλοιώνει και θολώνει τα χαρακτηριστικά
που τα απομακρύνει απ’ την καρδιά
που τα κλείνει μες στην παλιά ηθική άρνηση.
Μάνες τιποτένιες, οι κακομοίρες που ανησυχούν
μήπως τα παιδιά τους δεν μάθουν καλά το μάθημα του εξευτελισμού
να βρουν μια θεσούλα, να είναι προσγειωμένα
να μην προσβάλλουν τους προνομιούχους
ν’ αμύνονται μπροστά στον οίκτο.

Μάνες μετριότητες, που έμαθαν 
με κοριτσίστικη ταπεινοσύνη. για μας
ότι διαθέτουμε μία μόνη γυμνή αλήθεια
με ψυχές που μέσα τους ο κόσμος είναι καταδικασμένος
να μην προσφέρει ούτε πόνο, ούτε χαρά 
Μάνες μετριότητες, που δεν είχαν ποτέ για σας 
ούτε μια λέξη αγάπης, παρά μόνο μια αγάπη άθλια 
άφωνη, ζωώδη, και μ’ αυτή σας μεγάλωσαν
αδύναμους μπρος στα αληθινά καλέσματα της καρδιάς. 

Μάνες δουλοπρεπείς, συνηθισμένες από αιώνες
να σκύβουν χωρίς αγάπη το κεφάλι
να μεταδίδουν στο έμβρυό τους 
το αρχαίο, ντροπιασμένο μυστικό 
της ικανοποίησης με τα αποφάγια της γιορτής. 
Μάνες δουλοπρεπείς, που σας δίδαξαν 
πώς μπορεί να είναι ευτυχισμένος ο δούλος 
μισώντας όποιον είναι, όπως εκείνος, αλυσοδεμένος
πώς μπορεί να είναι, προδίνοντας, ευτυχισμένος 
και σίγουρος, κάνοντας εκείνο που δεν λέει. 

Μάνες άγριες, που προσπαθούν να υπερασπιστούν
εκείνο το λίγο που σαν αστές κατέχουν
την ομαλότητα και το μισθό
με τη λύσσα σχεδόν εκείνου που εκδικείται
ή που τον περιζώνει μια παράλογη πολιορκία. 
Μάνες άγριες, που σας δίδαξαν: Επιβιώστε! 
Να σκέφτεστε τον εαυτό σας! 
Μην λυπάστε και μη σέβεστε ποτέ κανένα
να φωλιάζει μέσα σας το ένστικτο του αρπακτικού! 

Να τες, τιποτένιες, μετριότητες, δουλοπρεπείς
άγριες, οι κακομοίρες οι μάνες σας! 
Που δεν ντρέπονται να σας θεωρούν – με το μίσος σας – 
πράγματι ανώτερους
μιας και δεν είναι αυτή εδώ παρά μία κοιλάδα των δακρύων. 
Μ’ αυτό τον τρόπο σας ανήκει αυτός ο κόσμος
παρά τα αντίθετα πάθη σας, ή τις εχθρές σας πατρίδες
εκείνο που σας κάνει αδέρφια 
είναι η βαθιά σας άρνηση να είσαστε διαφορετικοί
να πάρετε την ευθύνη του άγριου πόνου να είστε άνθρωποι.


Monday, November 03, 2014

η νήσος των ναυαγών - Γιώργος Θέμελης



Τώρα μας καίει το λιοπύρι
Επάνω σ' αυτή την ξέρα σ' αυτό το μαύρο βράχο
Κυκλωμένο απ' τους ανέμους δαρμένο απ' τη βοή
Κι από μηνύματα καταιγίδων

Στεγνοί
Με σάρκες λιγοστές κι άφθονο ουρανό
Ψυχή αλμυρή δέρμα φθαρμένο από θαλασσοπούλια και φως
Μαζεύουμε το νερό της βροχής μες στις κουφάλες
Μασούμε πεταλίδια και βότσαλα

Μας τρώει η έγνοια
Μας ανάβει τα είδωλα μια αλλοτινή μορφή
Πανιά μεγάλα και ξάρτια μες στη φτερούγα του ήλιου
Κ' η φαντασία μιας θάλασσας που δεν την πάτησε ίσκιος
Δε ράγισε το πράο της κρύσταλλο αυλακιά πουλιού

Δε γίνεται να ξεχάσουμε
Να πληθύνουμε τη σκόνη θάβοντας το πιο ακέραιο σχήμα
Στους τάφους που αναπαύονται τα λείψανα των μεγάλων νεκρών
Στο χωνευτήρι του διανυμένου χρόνου με τον κίτρινο άνεμο
Γιατί πλέει, ταξιδεύει μέσα στο αίμα μας οργώνοντας το γυρισμό του με τις χιλιάδες χρόνια
Πάνω σε πλάκες χιλιοδιπλωμένες ποτισμένες οδύνη και που τις ξεφυλλίζει ένας καημός

Σκαρί απ' όμορφη γυναίκα που η θωριά της καίει και γράφεται
Και που η ασύγκριτη γραμμή της έχει κάτι απ' το πουλί που πετάει ψηλά
Και κάτι απ' την κοκκινωπή αγωνία του ήλιου όταν μπατάρει
Κι απ' το θυμό της θάλασσας που μάχεται να συγκεράσει
Το φως και το σκοτάδι
Το φελλό και το μολύβι

Προβάλλει με το γνώριμο ερωτικό του λύγισμα
«Αργώ» ή «Γοργόνα» στην πολύφωτη μπούκα του ορίζοντα
Φέρνοντας πίσω τους θεούς
Τον καπετάνιο που χάθηκε στις πόρτες της αυγής
Αγγεία, χρυσαφικά...

Το καράβι που πλέει μέσα στο αίμα μας

Saturday, November 01, 2014

Μάταια πράγματα - Γιώργος Θέμελης




Γιατί, Θεέ μου, να μην μπορούμε
Να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη,
Να πρέπει να γίνουμε όνειρα
Ενανθρωπισμένα μες σ' έναν άλλο ύπνο,
Όνειρα, διάφανα φαντάσματα γυμνά.

Ως να μην είμαστε άνθρωποι,
Έμψυχα όντα, κρύβοντας την ωραιότητα
Από ζηλότυπα βλέμματα αγγελικά.

Ως νάμαστε πράγματα κλειστά κι ωραία, μάταια,
Καρτερικά, υπερήφανα, σαν τα βουνά.

Κοχύλια σκληρά, αλαβάστρινα, όστρακα άθραυστα,
Βράχοι αρράγιστοι, κύκνοι σιωπηλοί.

Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου.

Κανείς

Κανείς. 

Saturday, October 04, 2014

να μάθεις να φεύγεις



Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις  - αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
Να τρέχεις μακρυά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε
Όχι αγκαλιές, γράμματα, αφιερώσεις, κάποτε θα ξανασυναντηθούμε αγάπη μου
(Όλα τα βράδια και τα τραγούδια δεν θα είναι ποτέ δικά σας - αποδέξου το)
Να σταματήσεις να αγαπάς τον Μέλλοντα, όταν αυτό που έχεις είναι μόνο ο Ενεστώτας
Να φεύγεις από εκεί που δεν ξέρεις γιατί βρίσκεσαι - από 'κει που δεν ξέρουν γιατί σε κρατάνε
Να αποχωρίζεσαι τραγούδια που αγάπησες, μέρη που περπάτησες
Δεν έχεις τόση περιορισμένη φαντασία όσο νομίζεις
Μπορείς να φτιάξεις ιστορίες ολοκαίνουριες, με ουρανό κι αλάτι
Να θυμίζουν λίγο φθινόπωρο, πολύ καλοκαίρι κι εκείνη την απέραντη Άνοιξη
Να φεύγεις από εκεί που δε σου δίνουν αυτά που χρειάζεσαι
Από το δυσανάλογο, το μέτριο και το λίγο
Να απαιτείς αυτό που δίνεις να το παίρνεις πίσω - δεν τους το χρωτάς
Να μάθεις να σέβεσαι την αγάπη σου, το χρόνο σου και την καρδιά σου
Μην πιστεύεις αυτά που λένε - η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει
Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει
Να μην συγχωρείς όσους δεν σου έπλυναν τα πόδια σου με δάκρυα μετανοίας
Να καταλάβεις πως οι δεύτερες ευκαιρίες είναι για τους δειλούς, οι τρίτες για τους γελοίους
Μην τρέμεις την αντιστοιχία λέξεων-εννοιών, να ονομάζεις σχέση την σχέση την κοροϊδία κοροϊδία
Να μαλώνεις τον εαυτό σου καμιά φορά που κάθεται και κλαψουρίζει σαν μωρό
κι εσύ κάθεσαι και του δίνεις γλυφιτζούρι μη και σου στεναχωρηθεί το βυζανιάρικο
Να μάθεις να ψάχνεις για αγάπες που θυμίζουν Καζαμπλάνκα, όχι συμβάσεις ορισμένου χρόνου
Και. Να μάθεις να φεύγεις. Από εκεί που ποτέ πραγματικά δεν υπήρξες
Να φεύγεις κι ας μοιάζει να σου ξεριζώνουν το παιδί από τη μήτρα
Να φεύγεις από όσα νόμισες γι' αληθινά, μήπως φτάσεις κάποτε σ' αυτά

από την τάδε 

Saturday, August 16, 2014

τέχνη - τύχη - τόλμη

Οδυσσέα Ελύτη, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη» (απόσπασμα)

Α΄
ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις που μου 'ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιμάζομαι ν' ανοίξω ένα γράμμα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη μεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ. Τη δικιά μου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ με αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγμένη επάνω στο δέρμα μου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύμφωνα και μόνο με τα αισθήματα που μου την εμπνεύσανε.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισματικά το περιεχόμενό τους, γίνανε αμέσως-αμέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη μου εφηβεία, γύρω από την πρώτη μου αντίληψη του κόσμου, δορυφόροι που ακόμη κι ως τα σήμερα, με αποκορυφωμένη ένταση, δεν παύουν να μου είναι πιστοί. Ωστόσο, ανάμεσα σ' όλα τα κυματιστά, μονά ή ζυγά, χρόνια που μας φέρνουν πιο κοντά ή πιο μακριά σ' εκείνα που αγαπούμε, δεν είναι —ας τ' ομολογήσουμε— και μερικά που, σάμπως ν' ανάβει άξαφνα μέσα τους ένας λαμπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε μονομιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά; Δεν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνό τους περιεχόμενο, αποχτούνε μια σμαραγδένια λάμψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύμησης δημιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν μια μέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραμμή — πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, αδιάφορο, πάντα όμως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;
Για μένα, σήμερα, τη στιγμή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σημαδεμένη από την πρώτη μου επαφή με την ελληνική φύση, την πρώτη μου γνωριμία κι εφαρμογή του Υπερρεαλισμού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων φίλων μου ποιητών, και το φανέρωμα ενός τολμηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράμματα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σημαδούρα στο μικρό πέλαγος όπου αγαπώ παντοτινά μου να ταξιδεύω. Θέλω να φαντάζομαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ' ασήμαντα αυτά γεγονότα σα σημαντικά, μια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες μιας κατάστασης πέρα για πέρα αντικειμενικής.
Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγμές που μ' ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισμα δείχνουν λουσμένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσμο, γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία και φανερωμένο με μιαν άλλη, μια πρωτοείδωτη —την αληθινή του άραγε;— φυσιογνωμία. Υπάρχουν στιγμές όπου τα πράγματα και τα γεγονότα, όσα μοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόμο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάμψουνε μ' ένα άλλο νόημα και μ' έναν άλλο προορισμό στιγμές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε μονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν' αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστημα των ολοφάνερων αισθημάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσμένουν εκεί, σε μια πικρή γωνιά της ζωής του. Κανένα ξένο στοιχείο, καμιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόμοιες στιγμές, ο κόσμος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγματα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονται σε μια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ' την πρώτη, μια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουμε, θα 'πρεπε να την ονομάσουμε «υπερπραγματική».
Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του 'χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του 'χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία-ωραία «πραγματικότητα»; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει;
Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.
Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ' αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ' ένα χώρο συμβατικό, ν' απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη — τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της. Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ' όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ' επαναστατική σημαία στο χέρι, ν' αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν' αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν' ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της. Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι «μοντέρνοι» πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ' ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν' αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…
Μίλησα για το 1935. Να που ήρθε λοιπόν η ώρα να γυρίσω στο «γράμμα» και στο «πνεύμα» του, να ξαναφέρω την αίγλη της πρωτοχρονιάς του εδώ, στη στιγμή τούτη που, με τη σειρά της κι αυτή, ετοιμάζεται να πηδήσει πιο μπροστά σαν ακρίδα – κι ας φαντάζει στο βάθος ο κάμπος σκοταδερός και γεμάτος λογής κινδύνους. Είναι φορές που, μα την αλήθεια, η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την ανυπομονησία της, είτε με το πέταλο ενός αλόγου επάνω στο λιθόστρωτο είτε με το βλέμμα ενός αμούστακου ακόμη παιδιού επάνω στις μορφές των αινιγματικών γυναικών και των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.
Θυμούμαι ότι με τον ίδιο τρόπο που μια ωραία μέρα οι αρχαίοι λυρικοί, από τη μια, ο Κάλβος και ο Καβάφης, από την άλλη, ξύπνησαν πρώτη φορά το ενδιαφέρον μου για την ποίηση, δύο Γάλλοι σύγχρονοι ποιητές, όχι από τους πιο μεγάλους, ο Paul Eluard και ο Pierre-Jean Jouve —ποιητές που από τότε έταξα στον εαυτό μου (κι αργότερα επέτυχα πρώτος) να παρουσιάσω στο ελληνικό κοινό—, μ' ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τιςδυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση.
Δεν είχα φτάσει ακόμη στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου όταν, σπρωγμένος έν' απόγεμα από την απροσανατόλιστη βιβλιοφιλία μου, είχα χωθεί στο παλιό και σκοτεινό μαγαζάκι του Κάουφμαν, ξεφυλλίζοντας λογής περιοδικά και βιβλία, όμως αποφεύγοντας μ' επιδειχτική περιφρόνηση τα ποιητικά, που —το θυμάμαι σα σήμερα— τα σφιγμένα στις ρίμες των τετραστίχων τους περιεχόμενα μου 'διναν την εντύπωση μιας δεσμευτικής, κι ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενης, αισθηματολογίας, ασυμβίβαστης ολότελα με τις τότε ανταρτικές διαθέσεις μου. Ο πειρασμός, παρ' όλ' αυτά, της πολυτέλειας, κι ακόμη η παράξενη γοητεία που έπνεε πίσω από τα μαύρα και κόκκινα κεφαλαία μερικών εξωφύλλων, κατανικήσανε τους στερνούς μου δισταγμούς: Capitale de la Douleur,Défense de Savoir, Les Noces… ναι, άρχισα να τα φυλλομετρώ ένα-ένα… και…
Την πολυτέλεια, δεν είναι ανάγκη να το πω, παραμέρισαν αμέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίμαστη σαγήνη που αναπηδούσανε από κάθε διάβασμα μερικών, στην τύχη παρμένων, στίχων που με συνέπαιρναν, όχι πια χάρη στο ρυθμικό ισόμακρό τους λίκνισμα, αλλά —κι αυτό ήταν το σπουδαίο— χάρη στη μαγική κι αιφνιδιαστική κατακύρωση ενός άλλου κόσμου, κόσμου διαφορετικού, που ζούσε γύρω μου ή μέσα μου και δε ζητούσε παρά με ποιο τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγματικότητά του. Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. Μονομιάς οι άνθρωποι αυτοί, που κυκλοφορούσανε κάθε μέρα γύρω μου, οι πραχτικοί και ικανοποιημένοι, άρχισαν να γίνονται στα μάτια μου ξόανα, ξόανα που κανένας Θεός δεν όριζε να μιμηθώ ή να εξυπηρετήσω. Τι διάβολο γιατρός, μηχανικός ή δικηγόρος θα γινόμουνα μεθαύριο, νιώθοντας πως μια και μόνο εμπνευσμένη φράση μπορούσε να ξαναεμπνεύσει χιλιάδες άλλες, που χωρίς τελειωμό ν' αστράφτουν μες στη διάρκεια; Le poéte doit être beaucoup plus celui qui inspire que celui qui est inspiré. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν είδα τον Éluard να μιλάει με τόση αυτοπεποίθηση, θυμήθηκα τη στιγμήν εκείνη που, όρθιος, μέσα στο βιβλιοπωλείο, διάβαζα:
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur le jour
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur moi-même.
Ήμουν ακατατόπιστος αλλά δεν ήμουν κακόπιστος. Δε μου πέρασε ποτέ από το νου να πάρω υποδεκάμετρο και να λογαριάσω πόση έπρεπε να 'ταν η πόρτα που θ' άνοιγε πάνω στη μέρα ούτε αν μπορούσε ποτέ της να κατασκευαστεί μα τέτοια πόρτα· για μένα, η πόρτα αυτή υπήρχε, κι εγώ, με τις μικρές μου δυνάμεις, όφειλα να βοηθήσω ν' ανοιχτεί. Από τη χαραμάδα της κιόλας ξεχυνόταν ένα μελτέμι αισθήματα, που ριχνόταν κατάστηθα.
Ένας κόσμος αληθινός αλλά καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια· για τους περισσότερους, ανυποψίαστος· και για μερικούς, ορατός μια στιγμή μονάχα, εκεί, στην κορυφή του έρωτα ή της απελπισίας. Ένας κόσμος αρμονισμένος στα πιο κρυφά, στα πιο άγρια, στα πιο ελεύθερα αισθήματά του, μα, ωστόσο, κλεισμένος πίσω από πελώριες τάφρους μοναξιάς, η τρελή θέληση του ανθρώπου να μη σκύψει ποτέ του κεφάλι, αλλά να μπει στην ψυχή του διπλανού του, και μαζί να παλινορθώσουνε τα τρομερότερά τους όνειρα· να του δώσουνε σάρκα κι αίμα από τη σάρκα τους και το αίμα τους. Η συνεννόηση των καρδιών. Θα τη φτάναμε; δε θα τη φτάναμε;
Η ιδανική επικοινωνία, εκείνη που ακολουθεί το συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εννοώ μια επικοινωνία που να νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά ή το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας ή ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βουή του δάσους ή της θάλασσας, θα μπορούσε ποτέ να γίνει όργανο και σκοπός της λυρικής ποίησης;
[...]
Γ΄
ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1935, με τη βοήθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου —που είχε βάλει πρόθυμα στη διάθεσή μου και τη μεγάλη του βιβλιοθήκη—, άρχισα, κάπως αδέξια στην αρχή, να γίνομαι ο κατάπληκτος θεατής ενός παράξενου κόσμου που αναπηδούσε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνω κι ο ίδιος, από μέσα μου. Πόσες φορές, καθισμένοι στο συμπαθητικό διαμέρισμα της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, καπνίζοντας αναρίθμητα τσιγάρα και τριγυρισμένοι από πίνακες του Max Ernst, του Oscar Dominguez και του Yves Tanguy, ή, πάλι, σε μια συγγενική έπαυλη στη Λέσβο, με το πέλαγο και τα βουνά της Ανατολής αντίκρυ, δε γράψαμε πλήθος ποιήματα και κείμενα μέσα σε πέντε ή δέκα λεπτά της ώρας, ποιήματα και κείμενα που ένα σωρό λογοτέχνες και κριτικοί κατηγορήσανε αργότερα ότι μας στοίχισαν πολυήμερες, τάχα, και κοπιαστικές διανοητικές προσπάθειες! Λίγες μέρες νωρίτερα, μ' ένα φίλο μου νέο ζωγράφο, είχαμε πρωτοδοκιμάσει την επίσκεψη του απροσδόκητου κάτω από τη μορφή παιχνιδιού, δίνοντας ο ένας στον άλλον ερωτήσεις και αποκρίσεις που αγνοούσαμε αμοιβαία το περιεχόμενό τους. Στη βάση του παιχνιδιού τούτου κρυβότανε όχι μονάχα ο ίδιος μηχανισμός, αλλά και κάτι άλλο που εξαιρετικά ευκόλυνε —λύνοντάς του τις αντιστάσεις— τον πρωτόπειρο. Θυμούμαι ότι πολλές φορές το αποτέλεσμα ήταν εύστοχο στη συνειρμική του αλληλουχία και στην εικονοπλαστική του πρωτοπορία.
Ε. — Τι είναι το κόκκινο χρώμα;
Α. — Ένα χαστούκι από παπαρούνες!
Ε. — Τι είναι η δόξα;
Α. — Ένα βουνό για να το βλέπουν οι αιώνες!
Ε. — Τι είναι το χρυσάνθεμο;
Α. — Μια καλόκαρδη μέρα στο ποτήρι.
Ε. — Τι είναι η Πούλια;
Α. — Μυστική κρύπτη των ποιητών.
Ε. — Τι είναι η Ποίηση;
Α. — Συνουσία επ' άπειρον.
Ε. — Τι είναι ο αετός;
Α. — Εκείνο που βάζουμε πολύ πιο πάνω απ' το κεφάλι μας.
Ε. — Τι είναι οι τέσσερις εποχές του έτους;
Α. — Ένα παγόνι, μια γαλιάντρα και δυο μεγάλες θάλασσες.
Ή, πάλι, σε μιαν άλλη παραλλαγή του ίδιου παιχνιδιού:
— Όταν λύνονται οι φιόγκοι της ημέρας
— Τα κούμαρα φωνάζουν τ' όνομά τους.
— Όταν ο κοκκωβιός θολώνει τα νερά του
— Η σημαία του γάτου αλλάζει τρία χρόνια.
— Όταν η κορασίδα πιάνει μια χρυσόμυγα
— Η σβούρα του μεσημεριού λάμπει μες το κεφάλι της.
— Αν δεν είχαμε μικρά παιδιά
— Τα λιβάδια μας θα 'τανε ορφανά.
— Αν μας έφτανε η βοή της κερασιάς
— Το ΄να το δύο το τρία θα μας δρόσιζαν.
— Αν η Τύχη ξεφόρτωνε χαρούπια
— Χίλια ιστιοφόρα θα 'σκιζαν τις θάλασσες.
Κανείς δεν είναι δικαιολογημένος αν γελάσει, αν πει πως αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, είναι παιχνίδια. Εξόν από το ότι δεν είναι άσχημο να παίζει κανείς από καιρό σε καιρό, η αλήθεια είναι πως τα παιχνίδια τούτα κρύβουνε βαθιά τους μια σοβαρότατη αρχή: χτυπούνε την πόρτα του Αγνώστου, εμπιστεύονται στην αξία της Τύχης, δημιουργούνε μια καινούρια προοπτική, λύνουν τα δάχτυλα του ποιητή που τόσους αιώνες κρατήθηκαν μακριά απ' τον πλούτο του κόσμου των παρομοιώσεων. Ξαναγυρίζοντας τώρα στα ξεχασμένα τετράδιά μου, που κλείνουν καμιά εκατοστή ποιήματα, χωρισμένα σε σειρές, χάνομαι σ' ένα σωρό τίτλους, που τους χαίρομαι ακόμα και σήμερα για τη χρωματική τους ποιότητα και —γιατί όχι;— για την ασυδοσία τους. Σε μερικούς, η εικόνα παίρνει μιαν αξία αντικειμενική: Απογοήτευσις υπό το μηδένΟ κολπίσκος κι ο παλμός τουΞεκρέμασμα καλοκαιρινής ώραςΟ γειτονικός φάρος σα μακρόθυμη βουτιάΜε τη βοήθεια των ασφοδέλωνΕξοχικό τόξοΣτα ενδότερα του ρίγουςΖεστή πτυχή χτίσιμο της γυναίκαςΑντικατάστασις του πεπρωμένουΚυανή σπατάληΣα φυλλωσιά κοντά τηςΗ δεσποινίς ΑπριλίουΑγγελούσαΕπί κεφαλής μαΐστρου. Αλλού ξεχωρίζω τίτλους γεμάτους χιούμορ και ειρωνική ή γελοιογραφική διάθεση: Οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοιΤο ρ της παροιμίαςΤο περιττόν του καθ' ημέραν βίουΕις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης. Τέλος, είναι άλλοι τίτλοι, όπου μέσα τους το απρόοπτο, το μαγικό, παίζουνε το πρώτο ρόλο: 789 π.Χ. ΑεροδυναμικόνΟι πέτρες του θορύβουΤα ιστορικά δεκανίκιαΕις το επίνειον των μικρών μας πόθωνΗμερολόγιον απλουστάτης μεσημβρίαςΤο δίκορφο τεφτέρι.Περισυλλογή χρωμάτωνΈξυπνη διέξοδος φτερό της ύληςAlsing.
Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβόλι δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα σταματήσουν κυριευμένοι από το αίσθημα του κωμικού ή του μάταιου. «Εις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης» — τι κουτός, αλήθεια, τίτλος για όλους αυτούς τους κουτούς που δεν αξιωθήκανε να το επισκεφτούνε ποτέ και να γευτούνε τα δυνατά πιοτά του! Τι ανόητοι τίτλοι για όλους αυτούς τους ανόητους που δεν έχουν το θάρρος να μπούνε στα ενδότερα του ρίγους, να περάσουνε από τα εξοχικά τόξα επί κεφαλής μαΐστρου ή συνοδεύοντας τη δεσποινίδα Απριλίου για να καταφέρουν, χάρη σε μια κυανή σπατάλη ή ξεκρεμάζοντας μια καλοκαιρινήν ώρα, να δοθούνε στην περισυλλογή των χρωμάτων και, με τη βοήθεια των ασφοδέλων, να γίνουν οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοι που θα πετάξουν τα ιστορικά δεκανίκια, θα ρίξουνε τις πέτρες του θορύβου, γράφοντας ένα ημερολόγιο — το ημερολόγιο της απλουστάτης μεσημβρίας!
Ε λοιπόν, όσοι ντρέπονται να μπούνε σ' έναν κόσμο που αναπαριστάνει το μυστήριο της δημιουργίας τους με μια καθαρά ποιητική, δηλαδή, ζωική πράξη, ας μην προχωρήσουνε σε κείμενα, όπου η αισθητική μέριμνα έχει εξοβελιστεί κι όπου η ως τα σήμερα παιδεία τους θα δοκιμαστεί και θα κακοπάθει. Τα πρώτα μου κείμενα θυμίζουνε πολύ τα κείμενα του Εμπειρίκου. Σε τούτο φταίει όχι μόνον η καθαρεύουσα, που ήτανε φυσικό ν' απλώνεται σε μια περιοχή ήρεμη από βούληση, αλλά και η δυσκολία που συναντούσα ν' αποκρούσω κάθε εισδοχή εξωτερικών εντυπώσεων, θέλω να πω, ν' αφήσω τον εαυτό μου στο γνήσιο κύλισμα των συνειρμικών φράσεων. Ιδού ένα παράδειγμα:
Μες τον πυθμένα των κλαυθμυρισμών μεγαλώνουν οι ακρογιαλιές και γίνονται κρημνοί ολέθριοι όπου ακροβατούν παρθένες από τη μέση κι επάνω γυμνές. Πώς βουτηχτήκαμε σ' αυτές τις γαλανές τολύπες, πώς διαβήκαμε μέσ' από τις βαθύχρωμες αυτές ταινίες, πώς δρέψαμε τα κεφάλια με τα εορταστικά κουνήματα, δεν ξέρουμε, δεν ξέρει κανείς, ίσως το ξέρει ο κεφαλόπονος του πελαργού που ανατράφηκε απ' τις άλλες θάλασσες. Πάλι μετά τη σιωπή έρχεται η σιωπή. Κολοσσοί δέντρων σμικρύνουν την όραση που εμφωλεύει σα ζεστό ζώο στις διχάλες των παραμυθιών τους. Ιπτάμενες αστραπές και άλματα που αστροπελεκίζουν μας γεμίζουν την παλάμη από βροχερήν όσφρηση.
Λαχάνιασαν οι κόμποι των χαρών κι απ' τους λαιμούς της καθεμιάς ξετυλίγεται μια ψευτιά κατάξανθη.
(«Ο γειτονικός φάρος σαν μακρόθυμη βουτιά»)
[...]
Ωστόσο δεν είναι μόνο η επίδραση του Ανδρέα Εμπειρίκου αλλά και του Νικήτα Ράντου που φανερώνεται στις πρώτες μου δοκιμές. Από τη σειρά 14 ευκίνητα ποιήματα δεν είναι άσκοπο ν' αντιγράψω εδώ μερικά.
IV
Η μέρα έστρεψε το πρόσωπο της υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Κι αίφνης ευρέθηκα στα νώτα τόσων οριζόντων
Θα 'θελα να 'μαι όπως αυτή καύχημα του φωτός
Να μην ενδίδω πια στους οινοχόους των επιθυμιών
Θα επιθυμούσα εξόχως κάθε νυχτεγέρτην ως αντίπαλο
Μα η συμμαχία του ήδη με αφοπλίζει
Μ' αναγκάζει να φαντάζομαι πολύχρωμα φιαλίδια
Εν είδει στόματος υγρών κορασίδων έναν στέφανο
Καμωμένο από τις νίκες και τις ήττες του δεσμώτου χρόνου.
[...]
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ' ένα απλό, σ' ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του '35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν' απλώνεται με άνεση ως τ' ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να' ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…
Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ' έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ' έβαλαν να τριγυρίζω μ' ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ' αυτή την ποίηση και σ' αυτή τη γη.
Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν' αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.
Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ' αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ' όλη την έκταση και σ' όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!
1943. —
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (τρίτη έκδοση οριστική), σ. 115-122 & 142-153]

Όσ' άστρα γύρω βρίσκονται - Σαπφώ / Οδυσσέας Ελύτης

Saturday, August 09, 2014

κι' εγώ και όλοι - Charles Bukowski



Σκεπάζουν με σάρκα τα κόκαλα,
βάζουν μέσα κανένα μυαλό,
καμιά ψυχή, κάπου-κάπου,
κι έτσι οι γυναίκες πετάνε
τα βάζα στους τοίχους,
κι οι άντρες πίνουν
σαν τρελοί,
κι όλοι ψάχνουν
αυτόν τον ένα που τους αναλογεί
και κανείς δεν τον βρίσκει,
μα συνεχίζουν
να ψάχνουν
σκαρφαλώνοντας από κρεβάτι
σε κρεβάτι.
Δεν υπάρχει
ελπίδα:
κολλήσαμε όλοι μας
στην ίδια μοίρα.
Γεμίζουν οι χωματερές,
γεμίζουν οι μάντρες.
Γεμίζουν τα τρελάδικα,γεμίζουν τα νοσοκομεία,
τα νεκροταφεία.
Τίποτε άλλο, όμως,
δε γεμίζει.


Sunday, July 20, 2014


Distant water won't quench your immediate thirst.
chinese proverb