Showing posts with label Ελύτης. Show all posts
Showing posts with label Ελύτης. Show all posts

Wednesday, October 23, 2019

πάντα ο Ελύτης

Γαλήνη σαν της Kυριακής που λείπουνε όλοι
σ' ένα δωμάτιο που του αφαίρεσα τα αισθήματα.
Πλανιέται κάποια πιθανότητα θανάτου
υπέροχου με σκαλιστές επάνω στο γυαλί ορχιδέες.
Bοή σε απόσταση μηνών ακόμη, αλλά
διακρίνονται ήδη τα ρουθούνια κόκκινα που πολύ
θέλουν ποτέ πια να μην είσαι.

Saturday, August 16, 2014

τέχνη - τύχη - τόλμη

Οδυσσέα Ελύτη, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη» (απόσπασμα)

Α΄
ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις που μου 'ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιμάζομαι ν' ανοίξω ένα γράμμα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη μεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ. Τη δικιά μου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ με αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγμένη επάνω στο δέρμα μου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύμφωνα και μόνο με τα αισθήματα που μου την εμπνεύσανε.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισματικά το περιεχόμενό τους, γίνανε αμέσως-αμέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη μου εφηβεία, γύρω από την πρώτη μου αντίληψη του κόσμου, δορυφόροι που ακόμη κι ως τα σήμερα, με αποκορυφωμένη ένταση, δεν παύουν να μου είναι πιστοί. Ωστόσο, ανάμεσα σ' όλα τα κυματιστά, μονά ή ζυγά, χρόνια που μας φέρνουν πιο κοντά ή πιο μακριά σ' εκείνα που αγαπούμε, δεν είναι —ας τ' ομολογήσουμε— και μερικά που, σάμπως ν' ανάβει άξαφνα μέσα τους ένας λαμπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε μονομιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά; Δεν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνό τους περιεχόμενο, αποχτούνε μια σμαραγδένια λάμψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύμησης δημιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν μια μέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραμμή — πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, αδιάφορο, πάντα όμως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;
Για μένα, σήμερα, τη στιγμή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σημαδεμένη από την πρώτη μου επαφή με την ελληνική φύση, την πρώτη μου γνωριμία κι εφαρμογή του Υπερρεαλισμού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων φίλων μου ποιητών, και το φανέρωμα ενός τολμηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράμματα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σημαδούρα στο μικρό πέλαγος όπου αγαπώ παντοτινά μου να ταξιδεύω. Θέλω να φαντάζομαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ' ασήμαντα αυτά γεγονότα σα σημαντικά, μια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες μιας κατάστασης πέρα για πέρα αντικειμενικής.
Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγμές που μ' ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισμα δείχνουν λουσμένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσμο, γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία και φανερωμένο με μιαν άλλη, μια πρωτοείδωτη —την αληθινή του άραγε;— φυσιογνωμία. Υπάρχουν στιγμές όπου τα πράγματα και τα γεγονότα, όσα μοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόμο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάμψουνε μ' ένα άλλο νόημα και μ' έναν άλλο προορισμό στιγμές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε μονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν' αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστημα των ολοφάνερων αισθημάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσμένουν εκεί, σε μια πικρή γωνιά της ζωής του. Κανένα ξένο στοιχείο, καμιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόμοιες στιγμές, ο κόσμος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγματα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονται σε μια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ' την πρώτη, μια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουμε, θα 'πρεπε να την ονομάσουμε «υπερπραγματική».
Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του 'χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του 'χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία-ωραία «πραγματικότητα»; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει;
Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.
Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ' αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ' ένα χώρο συμβατικό, ν' απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη — τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της. Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ' όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ' επαναστατική σημαία στο χέρι, ν' αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν' αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν' ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της. Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι «μοντέρνοι» πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ' ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν' αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…
Μίλησα για το 1935. Να που ήρθε λοιπόν η ώρα να γυρίσω στο «γράμμα» και στο «πνεύμα» του, να ξαναφέρω την αίγλη της πρωτοχρονιάς του εδώ, στη στιγμή τούτη που, με τη σειρά της κι αυτή, ετοιμάζεται να πηδήσει πιο μπροστά σαν ακρίδα – κι ας φαντάζει στο βάθος ο κάμπος σκοταδερός και γεμάτος λογής κινδύνους. Είναι φορές που, μα την αλήθεια, η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την ανυπομονησία της, είτε με το πέταλο ενός αλόγου επάνω στο λιθόστρωτο είτε με το βλέμμα ενός αμούστακου ακόμη παιδιού επάνω στις μορφές των αινιγματικών γυναικών και των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.
Θυμούμαι ότι με τον ίδιο τρόπο που μια ωραία μέρα οι αρχαίοι λυρικοί, από τη μια, ο Κάλβος και ο Καβάφης, από την άλλη, ξύπνησαν πρώτη φορά το ενδιαφέρον μου για την ποίηση, δύο Γάλλοι σύγχρονοι ποιητές, όχι από τους πιο μεγάλους, ο Paul Eluard και ο Pierre-Jean Jouve —ποιητές που από τότε έταξα στον εαυτό μου (κι αργότερα επέτυχα πρώτος) να παρουσιάσω στο ελληνικό κοινό—, μ' ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τιςδυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση.
Δεν είχα φτάσει ακόμη στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου όταν, σπρωγμένος έν' απόγεμα από την απροσανατόλιστη βιβλιοφιλία μου, είχα χωθεί στο παλιό και σκοτεινό μαγαζάκι του Κάουφμαν, ξεφυλλίζοντας λογής περιοδικά και βιβλία, όμως αποφεύγοντας μ' επιδειχτική περιφρόνηση τα ποιητικά, που —το θυμάμαι σα σήμερα— τα σφιγμένα στις ρίμες των τετραστίχων τους περιεχόμενα μου 'διναν την εντύπωση μιας δεσμευτικής, κι ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενης, αισθηματολογίας, ασυμβίβαστης ολότελα με τις τότε ανταρτικές διαθέσεις μου. Ο πειρασμός, παρ' όλ' αυτά, της πολυτέλειας, κι ακόμη η παράξενη γοητεία που έπνεε πίσω από τα μαύρα και κόκκινα κεφαλαία μερικών εξωφύλλων, κατανικήσανε τους στερνούς μου δισταγμούς: Capitale de la Douleur,Défense de Savoir, Les Noces… ναι, άρχισα να τα φυλλομετρώ ένα-ένα… και…
Την πολυτέλεια, δεν είναι ανάγκη να το πω, παραμέρισαν αμέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίμαστη σαγήνη που αναπηδούσανε από κάθε διάβασμα μερικών, στην τύχη παρμένων, στίχων που με συνέπαιρναν, όχι πια χάρη στο ρυθμικό ισόμακρό τους λίκνισμα, αλλά —κι αυτό ήταν το σπουδαίο— χάρη στη μαγική κι αιφνιδιαστική κατακύρωση ενός άλλου κόσμου, κόσμου διαφορετικού, που ζούσε γύρω μου ή μέσα μου και δε ζητούσε παρά με ποιο τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγματικότητά του. Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. Μονομιάς οι άνθρωποι αυτοί, που κυκλοφορούσανε κάθε μέρα γύρω μου, οι πραχτικοί και ικανοποιημένοι, άρχισαν να γίνονται στα μάτια μου ξόανα, ξόανα που κανένας Θεός δεν όριζε να μιμηθώ ή να εξυπηρετήσω. Τι διάβολο γιατρός, μηχανικός ή δικηγόρος θα γινόμουνα μεθαύριο, νιώθοντας πως μια και μόνο εμπνευσμένη φράση μπορούσε να ξαναεμπνεύσει χιλιάδες άλλες, που χωρίς τελειωμό ν' αστράφτουν μες στη διάρκεια; Le poéte doit être beaucoup plus celui qui inspire que celui qui est inspiré. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν είδα τον Éluard να μιλάει με τόση αυτοπεποίθηση, θυμήθηκα τη στιγμήν εκείνη που, όρθιος, μέσα στο βιβλιοπωλείο, διάβαζα:
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur le jour
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur moi-même.
Ήμουν ακατατόπιστος αλλά δεν ήμουν κακόπιστος. Δε μου πέρασε ποτέ από το νου να πάρω υποδεκάμετρο και να λογαριάσω πόση έπρεπε να 'ταν η πόρτα που θ' άνοιγε πάνω στη μέρα ούτε αν μπορούσε ποτέ της να κατασκευαστεί μα τέτοια πόρτα· για μένα, η πόρτα αυτή υπήρχε, κι εγώ, με τις μικρές μου δυνάμεις, όφειλα να βοηθήσω ν' ανοιχτεί. Από τη χαραμάδα της κιόλας ξεχυνόταν ένα μελτέμι αισθήματα, που ριχνόταν κατάστηθα.
Ένας κόσμος αληθινός αλλά καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια· για τους περισσότερους, ανυποψίαστος· και για μερικούς, ορατός μια στιγμή μονάχα, εκεί, στην κορυφή του έρωτα ή της απελπισίας. Ένας κόσμος αρμονισμένος στα πιο κρυφά, στα πιο άγρια, στα πιο ελεύθερα αισθήματά του, μα, ωστόσο, κλεισμένος πίσω από πελώριες τάφρους μοναξιάς, η τρελή θέληση του ανθρώπου να μη σκύψει ποτέ του κεφάλι, αλλά να μπει στην ψυχή του διπλανού του, και μαζί να παλινορθώσουνε τα τρομερότερά τους όνειρα· να του δώσουνε σάρκα κι αίμα από τη σάρκα τους και το αίμα τους. Η συνεννόηση των καρδιών. Θα τη φτάναμε; δε θα τη φτάναμε;
Η ιδανική επικοινωνία, εκείνη που ακολουθεί το συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εννοώ μια επικοινωνία που να νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά ή το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας ή ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βουή του δάσους ή της θάλασσας, θα μπορούσε ποτέ να γίνει όργανο και σκοπός της λυρικής ποίησης;
[...]
Γ΄
ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1935, με τη βοήθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου —που είχε βάλει πρόθυμα στη διάθεσή μου και τη μεγάλη του βιβλιοθήκη—, άρχισα, κάπως αδέξια στην αρχή, να γίνομαι ο κατάπληκτος θεατής ενός παράξενου κόσμου που αναπηδούσε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνω κι ο ίδιος, από μέσα μου. Πόσες φορές, καθισμένοι στο συμπαθητικό διαμέρισμα της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, καπνίζοντας αναρίθμητα τσιγάρα και τριγυρισμένοι από πίνακες του Max Ernst, του Oscar Dominguez και του Yves Tanguy, ή, πάλι, σε μια συγγενική έπαυλη στη Λέσβο, με το πέλαγο και τα βουνά της Ανατολής αντίκρυ, δε γράψαμε πλήθος ποιήματα και κείμενα μέσα σε πέντε ή δέκα λεπτά της ώρας, ποιήματα και κείμενα που ένα σωρό λογοτέχνες και κριτικοί κατηγορήσανε αργότερα ότι μας στοίχισαν πολυήμερες, τάχα, και κοπιαστικές διανοητικές προσπάθειες! Λίγες μέρες νωρίτερα, μ' ένα φίλο μου νέο ζωγράφο, είχαμε πρωτοδοκιμάσει την επίσκεψη του απροσδόκητου κάτω από τη μορφή παιχνιδιού, δίνοντας ο ένας στον άλλον ερωτήσεις και αποκρίσεις που αγνοούσαμε αμοιβαία το περιεχόμενό τους. Στη βάση του παιχνιδιού τούτου κρυβότανε όχι μονάχα ο ίδιος μηχανισμός, αλλά και κάτι άλλο που εξαιρετικά ευκόλυνε —λύνοντάς του τις αντιστάσεις— τον πρωτόπειρο. Θυμούμαι ότι πολλές φορές το αποτέλεσμα ήταν εύστοχο στη συνειρμική του αλληλουχία και στην εικονοπλαστική του πρωτοπορία.
Ε. — Τι είναι το κόκκινο χρώμα;
Α. — Ένα χαστούκι από παπαρούνες!
Ε. — Τι είναι η δόξα;
Α. — Ένα βουνό για να το βλέπουν οι αιώνες!
Ε. — Τι είναι το χρυσάνθεμο;
Α. — Μια καλόκαρδη μέρα στο ποτήρι.
Ε. — Τι είναι η Πούλια;
Α. — Μυστική κρύπτη των ποιητών.
Ε. — Τι είναι η Ποίηση;
Α. — Συνουσία επ' άπειρον.
Ε. — Τι είναι ο αετός;
Α. — Εκείνο που βάζουμε πολύ πιο πάνω απ' το κεφάλι μας.
Ε. — Τι είναι οι τέσσερις εποχές του έτους;
Α. — Ένα παγόνι, μια γαλιάντρα και δυο μεγάλες θάλασσες.
Ή, πάλι, σε μιαν άλλη παραλλαγή του ίδιου παιχνιδιού:
— Όταν λύνονται οι φιόγκοι της ημέρας
— Τα κούμαρα φωνάζουν τ' όνομά τους.
— Όταν ο κοκκωβιός θολώνει τα νερά του
— Η σημαία του γάτου αλλάζει τρία χρόνια.
— Όταν η κορασίδα πιάνει μια χρυσόμυγα
— Η σβούρα του μεσημεριού λάμπει μες το κεφάλι της.
— Αν δεν είχαμε μικρά παιδιά
— Τα λιβάδια μας θα 'τανε ορφανά.
— Αν μας έφτανε η βοή της κερασιάς
— Το ΄να το δύο το τρία θα μας δρόσιζαν.
— Αν η Τύχη ξεφόρτωνε χαρούπια
— Χίλια ιστιοφόρα θα 'σκιζαν τις θάλασσες.
Κανείς δεν είναι δικαιολογημένος αν γελάσει, αν πει πως αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, είναι παιχνίδια. Εξόν από το ότι δεν είναι άσχημο να παίζει κανείς από καιρό σε καιρό, η αλήθεια είναι πως τα παιχνίδια τούτα κρύβουνε βαθιά τους μια σοβαρότατη αρχή: χτυπούνε την πόρτα του Αγνώστου, εμπιστεύονται στην αξία της Τύχης, δημιουργούνε μια καινούρια προοπτική, λύνουν τα δάχτυλα του ποιητή που τόσους αιώνες κρατήθηκαν μακριά απ' τον πλούτο του κόσμου των παρομοιώσεων. Ξαναγυρίζοντας τώρα στα ξεχασμένα τετράδιά μου, που κλείνουν καμιά εκατοστή ποιήματα, χωρισμένα σε σειρές, χάνομαι σ' ένα σωρό τίτλους, που τους χαίρομαι ακόμα και σήμερα για τη χρωματική τους ποιότητα και —γιατί όχι;— για την ασυδοσία τους. Σε μερικούς, η εικόνα παίρνει μιαν αξία αντικειμενική: Απογοήτευσις υπό το μηδένΟ κολπίσκος κι ο παλμός τουΞεκρέμασμα καλοκαιρινής ώραςΟ γειτονικός φάρος σα μακρόθυμη βουτιάΜε τη βοήθεια των ασφοδέλωνΕξοχικό τόξοΣτα ενδότερα του ρίγουςΖεστή πτυχή χτίσιμο της γυναίκαςΑντικατάστασις του πεπρωμένουΚυανή σπατάληΣα φυλλωσιά κοντά τηςΗ δεσποινίς ΑπριλίουΑγγελούσαΕπί κεφαλής μαΐστρου. Αλλού ξεχωρίζω τίτλους γεμάτους χιούμορ και ειρωνική ή γελοιογραφική διάθεση: Οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοιΤο ρ της παροιμίαςΤο περιττόν του καθ' ημέραν βίουΕις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης. Τέλος, είναι άλλοι τίτλοι, όπου μέσα τους το απρόοπτο, το μαγικό, παίζουνε το πρώτο ρόλο: 789 π.Χ. ΑεροδυναμικόνΟι πέτρες του θορύβουΤα ιστορικά δεκανίκιαΕις το επίνειον των μικρών μας πόθωνΗμερολόγιον απλουστάτης μεσημβρίαςΤο δίκορφο τεφτέρι.Περισυλλογή χρωμάτωνΈξυπνη διέξοδος φτερό της ύληςAlsing.
Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβόλι δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα σταματήσουν κυριευμένοι από το αίσθημα του κωμικού ή του μάταιου. «Εις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης» — τι κουτός, αλήθεια, τίτλος για όλους αυτούς τους κουτούς που δεν αξιωθήκανε να το επισκεφτούνε ποτέ και να γευτούνε τα δυνατά πιοτά του! Τι ανόητοι τίτλοι για όλους αυτούς τους ανόητους που δεν έχουν το θάρρος να μπούνε στα ενδότερα του ρίγους, να περάσουνε από τα εξοχικά τόξα επί κεφαλής μαΐστρου ή συνοδεύοντας τη δεσποινίδα Απριλίου για να καταφέρουν, χάρη σε μια κυανή σπατάλη ή ξεκρεμάζοντας μια καλοκαιρινήν ώρα, να δοθούνε στην περισυλλογή των χρωμάτων και, με τη βοήθεια των ασφοδέλων, να γίνουν οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοι που θα πετάξουν τα ιστορικά δεκανίκια, θα ρίξουνε τις πέτρες του θορύβου, γράφοντας ένα ημερολόγιο — το ημερολόγιο της απλουστάτης μεσημβρίας!
Ε λοιπόν, όσοι ντρέπονται να μπούνε σ' έναν κόσμο που αναπαριστάνει το μυστήριο της δημιουργίας τους με μια καθαρά ποιητική, δηλαδή, ζωική πράξη, ας μην προχωρήσουνε σε κείμενα, όπου η αισθητική μέριμνα έχει εξοβελιστεί κι όπου η ως τα σήμερα παιδεία τους θα δοκιμαστεί και θα κακοπάθει. Τα πρώτα μου κείμενα θυμίζουνε πολύ τα κείμενα του Εμπειρίκου. Σε τούτο φταίει όχι μόνον η καθαρεύουσα, που ήτανε φυσικό ν' απλώνεται σε μια περιοχή ήρεμη από βούληση, αλλά και η δυσκολία που συναντούσα ν' αποκρούσω κάθε εισδοχή εξωτερικών εντυπώσεων, θέλω να πω, ν' αφήσω τον εαυτό μου στο γνήσιο κύλισμα των συνειρμικών φράσεων. Ιδού ένα παράδειγμα:
Μες τον πυθμένα των κλαυθμυρισμών μεγαλώνουν οι ακρογιαλιές και γίνονται κρημνοί ολέθριοι όπου ακροβατούν παρθένες από τη μέση κι επάνω γυμνές. Πώς βουτηχτήκαμε σ' αυτές τις γαλανές τολύπες, πώς διαβήκαμε μέσ' από τις βαθύχρωμες αυτές ταινίες, πώς δρέψαμε τα κεφάλια με τα εορταστικά κουνήματα, δεν ξέρουμε, δεν ξέρει κανείς, ίσως το ξέρει ο κεφαλόπονος του πελαργού που ανατράφηκε απ' τις άλλες θάλασσες. Πάλι μετά τη σιωπή έρχεται η σιωπή. Κολοσσοί δέντρων σμικρύνουν την όραση που εμφωλεύει σα ζεστό ζώο στις διχάλες των παραμυθιών τους. Ιπτάμενες αστραπές και άλματα που αστροπελεκίζουν μας γεμίζουν την παλάμη από βροχερήν όσφρηση.
Λαχάνιασαν οι κόμποι των χαρών κι απ' τους λαιμούς της καθεμιάς ξετυλίγεται μια ψευτιά κατάξανθη.
(«Ο γειτονικός φάρος σαν μακρόθυμη βουτιά»)
[...]
Ωστόσο δεν είναι μόνο η επίδραση του Ανδρέα Εμπειρίκου αλλά και του Νικήτα Ράντου που φανερώνεται στις πρώτες μου δοκιμές. Από τη σειρά 14 ευκίνητα ποιήματα δεν είναι άσκοπο ν' αντιγράψω εδώ μερικά.
IV
Η μέρα έστρεψε το πρόσωπο της υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Κι αίφνης ευρέθηκα στα νώτα τόσων οριζόντων
Θα 'θελα να 'μαι όπως αυτή καύχημα του φωτός
Να μην ενδίδω πια στους οινοχόους των επιθυμιών
Θα επιθυμούσα εξόχως κάθε νυχτεγέρτην ως αντίπαλο
Μα η συμμαχία του ήδη με αφοπλίζει
Μ' αναγκάζει να φαντάζομαι πολύχρωμα φιαλίδια
Εν είδει στόματος υγρών κορασίδων έναν στέφανο
Καμωμένο από τις νίκες και τις ήττες του δεσμώτου χρόνου.
[...]
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ' ένα απλό, σ' ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του '35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν' απλώνεται με άνεση ως τ' ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να' ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…
Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ' έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ' έβαλαν να τριγυρίζω μ' ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ' αυτή την ποίηση και σ' αυτή τη γη.
Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν' αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.
Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ' αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ' όλη την έκταση και σ' όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!
1943. —
[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (τρίτη έκδοση οριστική), σ. 115-122 & 142-153]

Wednesday, February 08, 2012


Έχει και η ψυχή τον δικό της κονιορτό που εάν σηκωθεί μέσα μας αέρας, αλίμονο. Oι ορμές χτυπάνε στα παράθυρα, τα τζάμια θρυμματίζονται. Λίγοι ξέρουν ότι ο υπερθετικός στα αισθήματα σχηματίζεται με το φως, όχι με τη δύναμη. Kι ότι χρειάζεται χάδι εκεί που βάζουν μαχαίρι. Ότι ένας κοιτώνας με τη μυστική συνεννόηση των σωμάτων μάς παρακολουθεί παντού και μας παραπέμπει στην αγιότητα χωρίς συγκατάβαση.

A! όταν η στιγμή φτάσει να καθίσουμε κι εμείς πάνω στο πεζούλι κάποιας Aγίας Πρέκλας εν μέσω αγριοσυκών, μορεών με ερυθρούς καρπούς, εις έρημον τόπον, απόκρημνον ακτήν, τότε η μικρή Kουμπώ μ' ένα κερί στο χέρι θα σηκωθεί στις μύτες των ποδιών να φτάσει εκεί ψηλά, μέσα στον αναστεναγμό μας, όλα τα εύφλεκτα: πάθη, πείσματα, φωνές οργής, μυριάδες έντομα χρωματιστούλια που να λαμπαδιάσει ο τόπος!

Η Λύπη ομορφαίνει επειδή της μοιάζουμε.
Ελύτης

Sunday, December 18, 2011


Εκείνοι που αγαπήσανε τα βάθη τ' ουρανού κοιτάνε ακόµα
Ελύτης

Monday, February 14, 2011

Anna Pavlova




Όνειρα κι όνειρα ήρθανε
Στα γενέθλια των γιασεμιών
Νύχτες και νύχτες στις λευκές
Αϋπνίες των κύκνων
Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα
Όπως μες στον απέραντο ουρανό
Το ξάστερο συναίσθημα.

Οδ. Ελύτης

Monday, November 02, 2009



Φύγαν τα μάτια μας αλλά προπορεύονταν οι ψυχές μας
Στην συνάντηση τους μες στους ουρανούς
Ελαμψε καθαρή στιγμή
Τρεμούλιασμα εναγώνιο
Το πιστό καθρέφτισμα των σωθικών μας

Πιό ψηλά
Στην ενωμένη μοναξιά των άστρων της
Θρονιάζεται η Γαλήνη

Γιατί την απολλάξαμε από το κορμί μας
Γιατί την εξαντλήσαμε απο τις ελπίδες μας
Γιατί της φέραμε τάμα την Ιδέα μας

Ξαναγεννάει αισθήματα.

Οδυσσέας Ελύτης - Προσανατολισμοί

Thursday, January 29, 2009



Θα' χει βροχές κι' ανέμους γιά να τ' αναθρέψει
θα' χει κοιλάδες γιά να τ' αναπάψει
και γιά να τα πονέσει - μιά βαθειά καρδιά.

Ελύτης

Tuesday, January 20, 2009

golden cup


Πάρε μια γύρη από λαμπύρισμα παρηγοριάς
μια θέση που ν’ αστράφτει στο άπειρο
ψηλότερα κι από την πιο ψηλήν ελπίδα σου

Ελύτης

Saturday, December 29, 2007

lavender heart III

Ενα ωραίο άρθρο.
Αξιον εστί το πέρασμα του λύχνου
το γεμάτο χαλάσματα και μαύρους ίσκιους

η σελίδα που γράφηκε κάτω απ'το χώμα
το τραγούδι που είπε η Λυγερή στον Αδη

τα ξυλόγλυπτα τέρατα πάνω στο τέμπλο
οι αρχαίες λεύκες οι ιχθυοφόρες

οι εράσμιες Κόρες με το πέτρινο χέρι
ο λαιμός της Ελένης ωσάν παραλία

τ'αστερόεντα δέντρα με την ευδοκία
η παρασημαντική ενός άλλου κόσμου

η παλιά δοξασία ότι πάντα υπάρχει
το πολύ σιμά και όμως αόρατο.

Η σκιά που τα γέρνει με το πλάι στο χώμα
ένα κάτι του κίτρινου στην θύμηση τους
η αρχαία τους όρχηση πάνω απ'τους τάφους
η σοφία τους η αδιατίμητη.

Η ελιά, η Ροδιά, η Ροδακινιά
το Πεύκο, η Λεύκα, ο Πλάτανος
η Δρυς, η Οξιά, το Κυπαρίσσι

Αξιον εστί το αναίτιο δάκρυ
ανατέλλοντας αργά στα ωραία μάτια

των παιδιών που κρατιούνται χέρι χέρι
των παιδιών που κοιτάζουνται και δε μιλιούνται

των ερώτων το τραύλισμξα πάνω στα βράχια
ένας φάρος που εκτόνωσεν αιώνων θλίψη

το τριζόνι το επίμονο καθώς και η τύψη
και το μάλλινο έρημο μέσα στ'αγιάζι

Ο στυφός μες στα δόντια επίορκος δυόσμος
δυό χείλη που αδύνατο να στέρξουν - και όμως

το αντίο στα τσίνορα που λίγο λάμπει
και μετά ο γιά πάντοτε θολός κόσμος

Το αργό και βαρύ των καταιγίδων όργανο
στην καταστραμμένη του φωνή ο Ηράκλειτος

των φονιάδων η άλλη πλευρά η αθέατη
το μικρό γιατί που έμεινε αναπάντητο

Αξιον εστί το χέρι που επιστρέφει
από φόνο φριχτόν και τώρα ξέρει

ποιός αλήθεια ο κόσμος που υπερέχει
ποιό το νυν και ποιόν το αιέν του κόσμου

Νυν το αγρίμι της μυρτιάς
Νυν η κραυγή του Μάη
Αειέν η άκρα συνείδηση
Αειέν η πλησιφάη

Νυν νυν η παραίσθηση και του ύπνου η μιμική
Αιέν αιέν ο λόγος και η Τρόπις η αστρική

Νυν των λεπιδόπτερων το νέφος το κινούμενο
Αειέν των μυστηρίων το φως το περιιπτάμενο

Νυν το περίβλημα της Γης και η Εξουσία
Αειέν η βρώση της Ψυχής και η πεμπτουσία

Νυν της Σελήνης το μελάχρωμα το ανίατο
Αειένα το χρυσοκύανο του Γαλαξία σελάγισμα

Νυν των λαών το αμάγαλμα και ο μαύρος Αριθμός
Αειέν της Δίκης το άγαλμα και ο μέγας Οφθαλμός

Νυν η ταπείνωση των Θεών
Νυν η σποδός του Ανθρώπου
Νυν νυν το μηδέν

και Αειέν ο κόσμος ο μικρός, ο Μέγας!

Sunday, September 30, 2007



Χαράξου κάπου
με οποιονδήποτε
τρόπο
και ύστερα πάλι
σβήσου
με γενναιοδωρία.

Οδυσσέας Ελύτης

Tuesday, July 24, 2007

Οδυσσέας Ελύτης -- Εκ του πλησίον



...Της ευτυχίας ισχύουν όλα τα κρατούμενα μείον
Που είναι αδύνατον να τα προσθαφαιρέσεις.

Και η τελειότητα ένας είναι Παράδεισος που δεν εγνωρίσαμε ποτέ.
Μόνο που την ιχνηλατούμε. Με κάτι αγριμόνια μικροσκοπικά ή χα-
δάκια γάτας κι αλλά πολλά ωραιούλια επιστρέφουμε και την ακινη-
τούμε.

Κρίνα, γιούλια και μαγνόλιες σωρεύει ο θερίζων
Και ποτέ προσκομίζων πλούτη Κύριος.

Στα καταστήματα των νεοτερισμών τα έτοιμα ποιήματα στοιχίζουν
τρεις ή δέκα λέξεις φθηνότερα, όσες ακριβώς θα χρειαζόντουσαν για
να γίνει το ναι ίσως και το ίσως πάντα· χώρια εάν είσαι αγοραστής
Μαΐου σ' εκείνες τις κατά την περίσταση ομοβροντίες πάνω σε τάπη-
τα χλόης, όπως φρέσκες παπαρούνες.

Κι ένα άστρο που σου κρύβεται, μην τύχει κι είσαι ο ιδιοκτήτης του.

Σύκα της ωρίμανσης στο βυθό του Αυγούστου και πουλιά μη μου
άπτου, σταλτά χωρίς καμιάν διεύθυνση...

....Φτάσε να συλλαμβάνεις αισθήσεις όσες και τα μουστάκια της γά-
τας σου......

...Όπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο, έτσι κι ο ποιητής
την αφροσύνη του σε πικρόν υδράργυρον, αλλ' αγάπης.

Κι ένα δωμάτιο μ' επένδυση θωπείας που επαναλαμβάνεται...

Κοιμήσου καραμέλα μου για να σε πιπιλήσω.

Κείνες οι ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο δεν είναι παρά οι
προσπάθειες που κάνει ένα παραπλανημένο περσινό τζιτζίκι να ξα-
ναβρεί τον προσεχή του Ιούλιο...

Tuesday, July 10, 2007

Δεύτερη φύση -- Ελύτης




1

Χαμόγελο! Η πριγκίπησσα που θέλησε
να γεννηθεί κάτω απ'την δυναστεία των ρόδων!

2

Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
τα μάτια μου ορθάνοιχτα μεσ'στις εικόνες του
γύρω απ'την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
ενώ η αθωότητα
ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα.
Γλυκιά περιπέτεια γλυκιά
η Ζωή.

3
Επίγραμμα
Πριν απ'τα μάτια μου ήσουν φως
πριν απ'τον Ερωτα έρωτας
κι'όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.

Wednesday, May 16, 2007




Έτσι σ’έχω κοιτάξει πού μου αρκεί
Νά’χει ο χρόνος όλος αθωωθεί
Μές στό αυλάκι που τό πέρασμα σου αφήνει
Σάν δελφίνι πρωτόπειρο ν’ακολουθεί

Καί νά παίζει μέ τ’άσπρο καί τό κυανό η ψυχή μου !

απόσπασμα από το Μονόγραμμα του Ελύτη

Saturday, May 05, 2007

τα παιδικά μου χρόνια - Ελύτης


το πρώτο μου Μαγιάτικο τριαντάφυλλο

Τα παιδικά μου χρόνια

Tα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές.
Ξόδεψα πολύν άνεμο για να μεγαλώσω.
Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς,
να ακριβολογώ μες τα μυστήρια.
Μια γλώσσα όπως η ελληνική όπου
άλλο πράγμα είναι η αγάπη και άλλο πράγμα ο έρωτας,
άλλο η επιθυμία και άλλο η λαχτάρα,
άλλο η πίκρα και άλλο το μαράζι,
άλλο τα σπλάχνα και άλλο τα σωθικά.
Με καθαρούς τόνους, θέλω να πω,
που - αλίμονο- τους αντιλαμβάνονται ολοένα λιγότερο
αυτοί που ολοένα περισσότερο
απομακρύνονται από το νόημα ενός ουράνιου σώματος
που το φως του είναι ο αφομοιωμένος μας μόχθος,
έτσι καθώς δεν παύει να επαναστερέφεται κάθε μέρα όλος θάμβος για να μας ανταμείψει.
Θέλουμε - δε θέλουμε,
αποτελούμε το υλικό μαζί και το όργανο μιας αέναης ανταλλαγής
ανάμεσα σ΄αυτό που μας συντηρεί και
σ΄αυτό που του δίνουμε για να μας συντηρεί:
το μαύρο, που δίνουμε, για να μας αποδοθεί λευκό,
το θνησιμαίο, αείζωο.

Και χρωστάμε στη διάρκεια μιας λάμψης την πιθανή ευτυχία μας.

Tuesday, April 03, 2007

Παράθυρα προς την πέμπτη εποχή

Image Hosted by ImageShack.us
1
Ξέρεις την κόμη που έγραψε τον άνεμο; Τις ματιές που παραλληλίσανε το χρόνο;
Τη σιωπή που ένοιωσε τον εαυτό της;
Αλλά είσαι εσύ μιά νυχτερινή επινόηση που αρέσκεται στις βροχερές εκμυστηριεύσεις. Που αρέσκεται στο τριίστιο ξάνοιγμα του πόντου. Είσαι μιά περίπτωση ακατόρθωτη που όταν ναυαγήσει βασιλεύει. Μιά φανταχτερή καταστροφή είσαι.
Α! Θέλω να'ρθουν τα στοιχειά που ξέρουν ν'αρπάζουν. Η μέση των συλλογισμών μου θα ευφράνει την καμπύλη τους διάθεση. Οταν ανέβουν μεγαλώνοντας τα δαχτυλίδια ο ξαφνικός ουρανός θα πάρει το χρώμα της προτελευταίας μου αμαρτίας.
Ενώ η τελευταία μου θα γοητεύεται ακόμη από τα μοναχικά τούτα λόγια!


Oδυσσέας Ελύτης

Saturday, March 24, 2007

Μικρή πράσινη θάλασσα


Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Που θα 'θελα να σε υιοθετήσω

Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία

Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο

Να γυρίσεις τον ήλιο και ν' ακούσεις

Πως η μοίρα ξεγίνεται και πως

Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται

Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς

Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα

Να μπεις απ' το παράθυρο στη Σμύρνη

Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή

Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι

Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε

Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Για να σε κοιμηθώ παράνομα

Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου

Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών

Κομμάτια πέτρες τ' αποσπάσματα του Ηράκλειτου.


Οδυσσέας Ελύτης

Thursday, February 22, 2007

even the weariest river winds somewhere safe to sea

even the weariest river winds somewhere safe to sea

Εφερα τη ζωή μου ως εδώ
Στο σημάδι ετούτο που παλεύει
Πάντα κοντά στη θάλασσα
Νιάτα στα βράχια επάνω, στο στήθος
Με στήθος προς τον άνεμο
Που να πηγαίνει ένας άνθρωπος
Που δεν είναι άλλο από άνθρωπος
Λογαριάζοντας τις δροσιές τις πράσινες
Στιγμές του, με νερά τα οράματα
Της ακοής του, με φτερά τις τύψεις του
Α, Ζωη
Παιδιού που γίνεται άντρας
Πάντα κοντά στην θάλασσα όταν ο ήλιος
Τον μαθαίνει ν’ανασαίνει κατά κει που σβήνεται
Η σκιά ενός γλάρου.


Οδυσσέας Ελύτης

Sunday, February 18, 2007

ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου

Red hills της Georgia O'Keeffe


...Απαλοί κόκκινοι λόφοι ακριβώς όπως μες στη ζωή μου.

Είναι τόση η ομοιότητα, που δεν ξέρω αν είναι αληθινή κείνη η
λευκή οπτασία του νέου που περνάει, κρατώντας ένα μικρό καράβι,
τους αιθέρες και μόλις αγγίζει τις κορυφές, ή απλώς εγώ έχω τόσο
πολύ αποξενωθεί από τις συγκινήσεις, που ξαναβρίσκει ο εξωτε-
ρικός κόσμος την ισορροπία του και την ομαλή του διάταξη.

Από το πολύ να μη σκέπτομαι τίποτα και να μη συγκινούμαι από τι-
ποτα, ξεθάρρεψε ο χρόνος και μ' απόλυσε καταμεσής του Κρητι-
κού πελάγους.

Έγινα χιλιάδων ετών και ήδη χρησιμοποιώ τη μινωική γραφή με
τόση άνεση που ο κόσμος απορεί και πιστεύει στο θαύμα.

Το ευτύχημα είναι ότι δεν καταφέρνει να με διαβάσει....


Οδυσσέας Ελύτης

Απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου