Saturday, September 10, 2022
Thursday, September 08, 2022
Monday, September 05, 2022
Friday, September 02, 2022
ΠΡΩΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ, του Ρίλκε
Thursday, September 01, 2022
Wednesday, August 31, 2022
Tuesday, August 30, 2022
Monday, August 29, 2022
Sunday, August 28, 2022
If you forget me - Pablo Neruda
I want you to know
one thing.
You know how this is:
if I look
at the crystal moon, at the red branch
of the slow autumn at my window,
if I touch
near the fire
the impalpable ash
or the wrinkled body of the log,
everything carries me to you,
as if everything that exists,
aromas, light, metals,
were little boats
that sail
toward those isles of yours that wait for me.
Well, now,
if little by little you stop loving me
I shall stop loving you little by little.
If suddenly
you forget me
do not look for me,
for I shall already have forgotten you.
If you think it long and mad,
the wind of banners
that passes through my life,
and you decide
to leave me at the shore
of the heart where I have roots,
remember
that on that day,
at that hour,
I shall lift my arms
and my roots will set off
to seek another land.
But
if each day,
each hour,
you feel that you are destined for me
with implacable sweetness,
if each day a flower
climbs up to your lips to seek me,
ah my love, ah my own,
in me all that fire is repeated,
in me nothing is extinguished or forgotten,
my love feeds on your love, beloved,
and as long as you live it will be in your arms
without leaving mine.
Little stones on my window - Mario Benedetti
Μario Benedetti
ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ
Όπως σε τόσους και τόσους εφιάλτες, άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος. Οι μπότες των διωκτών του ακούγονταν καθώς αντηχούσαν πάνω στα ξερά φύλλα. Οι πανίσχυρες δρασκελιές τους πλησίαζαν με ρυθμό ξέφρενο που σε τρέλαινε.
Εδώ και λίγο καιρό, όποτε έβλεπε εφιάλτη, δεν είχε παρά να ξυπνήσει για να βρει τη σωτηρία, όμως από τότε οι διώκτες είχαν μάθει το κόλπο του κι έτσι δεν μπορούσε να τους αιφνιδιάσει.
Αυτή τη φορά όμως, τους έπιασε και πάλι στον ύπνο. Την στιγμή ακριβώς που τα λαγωνικά πίστεψαν πως θα ξυπνούσε, εκείνος απλώς ονειρεύτηκε πως κοιμόταν.
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΥΚΟΛΗ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥΣ
Τους συνέλαβαν για προσβολή της αιδούς. Και κανείς δεν τους πίστεψε όταν ο άνδρας και η γυναίκα προσπάθησαν να δώσουν εξηγήσεις. Η αλήθεια είναι πως η αγάπη τους δεν ήταν εύκολη. Εκείνος έπασχε από κλειστοφοβία, εκείνη από αγοραφοβία. Γι’ αυτό και μόνο έκαναν έρωτα στα κατώφλια.
ΡΟΥΤΙΝΕΣ
Στα μέσα του 1974 έσκαγαν στο Μπουένος Άιρες κάθε νύχτα δέκα ή δώδεκα βόμβες. Με διαφορετική ένταση η κάθε μία, αλλά έσκαγαν. Το να ξυπνάς στις δύο ή τρεις το πρωί από έναν αλυσιδωτό σαματά, είχε σχεδόν γίνει συνήθειο. Μέχρι και τα παιδιά συνήθιζαν αυτή τη ρουτίνα.
Ένας φίλος μου ντόπιος άρχισε να αντιλαμβάνεται αυτή τη συνήθεια από τότε που, μια νύχτα, έγινε μια δυνατή έκρηξη κοντά στο διαμέρισμά του και ο γιος του, που μόλις είχε κλείσει τα πέντε, ξύπνησε τρομαγμένος.
«Τι ήταν αυτό;», ρώτησε. Ο φίλος μου τον πήρε στα χέρια, τον χάιδεψε για να ηρεμήσει, όμως σύμφωνα με την παιδεία και τις αρχές του, του είπε την αλήθεια: «Ήταν μια βόμβα». «Ευτυχώς!», είπε ο μικρός. «Νόμισα πως ήταν μπουμπουνητό».
[Τα διηγήματα «Persecuta», «Su amor no era sencillo» και «Rutinas» του Mario Benedetti προέρχονται από το βιβλίο του Despistes y franquezas (1989).]
Οι άγγελοι και το σεξ - Mario Benedetti
(El sexo de los ángeles)
ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΛΥΠΗΡΑ κενὰ πληροφόρησης ποὺ ἔχουν ταλανίσει ἄντρες καὶ γυναῖκες ὅλων των ἐποχῶν σχετίζεται μὲ τὴν ἐρωτικὴ πράξη τῶν ἀγγέλων. Τὸ στοιχεῖο, ποὺ ποτὲ δὲν ἔχει ἐπιβεβαιωθεῖ, ὅτι οἱ ἄγγελοι δὲν κάνουν ἔρωτα, ἴσως νὰ σημαίνει ὅτι δὲν κάνουν ἔρωτα μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὅπως οἱ θνητοί.
Ἄλλη ἐκδοχή, ἐπίσης ἀνεπιβεβαίωτη ἀλλὰ πιὸ ἀληθοφανής, ὑποστηρίζει ὅτι μπορεῖ μὲν οἱ ἄγγελοι νὰ μὴν κάνουν ἔρωτα μὲ τὰ σώματά τους (γιὰ τὸν ἁπλούστατο λόγο ὅτι δὲν ἔχουν) τὸν ἀπολαμβάνουν ὅμως μὲ λέξεις, ἐννοεῖται μὲ τὶς κατάλληλες.
Ἔτσι, κάθε φορὰ ποὺ ὁ Ἄγγελος καὶ ἡ Ἀγγέλα συναντιοῦνται στὸ σταυροδρόμι δύο διαφανειῶν, ἀρχίζουν νὰ κοιτάζονται, νὰ ξελογιάζονται καὶ νὰ μπαίνουν σὲ πειρασμὸ ἀνταλλάσσοντας βλέμματα τὰ ὁποῖα, ἀσφαλῶς, εἶναι αγγελικά.
Καὶ ἂν ὁ Ἄγγελος, γιὰ νὰ πυροδοτήσει τὴν κατάσταση, πεῖ: «Σπόρος», ἡ Ἀγγέλα, γιὰ νὰ τὸν φουντώσει, ἀπαντάει: «Αὐλάκι». Ἐκεῖνος λέει: «Χιονοστιβάδα» καὶ ἐκείνη, τρυφερά: «Ἄβυσσος».
Οἱ λέξεις διασταυρώνονται μὲ ἰλιγγιώδη ρυθμὸ σὰν μετεωρίτες ἢ στοργικὲς σὰν νιφάδες.
Ὁ Ἄγγελος λέει: «Κορμός». Καὶ ἡ Ἀγγέλα: «Σπηλιά».
Κάπου ἐκεῖ κοντὰ φτεροκοποῦν ἕνας Φύλακας Ἄγγελος, μισογύνης καὶ ἀθόρυβος, καὶ ἕνας Ἄγγελος τοῦ Θανάτου, χῆρος καὶ ζοφερός. Ἀλλὰ τὸ ζευγάρι τῶν ἐραστῶν δὲν σταματάει, συνεχίζει νὰ συλλαβίζει τὸν ἔρωτά του.
Ἐκεῖνος λέει: «Πηγή». Καὶ ἐκείνη: «Κοιλάδα».
Οἱ συλλαβὲς διαποτίζονται μὲ δροσοσταλίδες καί, ἐδῶ καὶ κεῖ, ἀνάμεσά σὲ κρυστάλλους χιονιοῦ, κυκλοφοροῦν ὁ ἀέρας καὶ οἱ προσδοκίες τους. Ὁ Ἄγγελος λέει: «Σπαθί», καὶ ἡ Ἀγγέλα, ἀπαστράπτουσα: «Πληγή». Ἐκεῖνος λέει: «Κωδωνοκρουσία», καὶ ἐκείνη: «Συναγερμός».
Καὶ τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς τοῦ ὑπερκόσμιου ὀργασμοῦ, οἱ θύσσανοι καὶ οἱ σωρεῖτες, τὰ στρώματα καὶ οἱ μελανίες, ριγοῦν, σείονται, ἐκρήγνυνται, καὶ ὁ ἔρωτας τῶν ἀγγέλων πέφτει σὰν καταιγιστικὴ βροχὴ πάνω στὸν κόσμο.
Από το ιστορίες Bonsai, του Πλανόδιον
Μετάφραση Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος
Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο Βγάλε ἕνα φύλλο… Ἀνθολογία ἰσπανόφωνου ἐρωτικοῦ μικροδιηγήματος. Δίγλωσση ἔκδοση, συλλογικὴ μετάφραση. Ἐπιμέλεια: Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος, Ἐκδόσεις Σιδέρη, Literatura Cuento, Ἀθήνα, 2014.
Saturday, August 27, 2022
Wednesday, August 24, 2022
Friday, August 12, 2022
Monday, August 08, 2022
Friday, August 05, 2022
Thursday, August 04, 2022
Wednesday, August 03, 2022
Wednesday, July 27, 2022
Sunday, July 24, 2022
Friday, July 22, 2022
Tuesday, July 12, 2022
Monday, July 11, 2022
Sunday, July 10, 2022
Saturday, July 09, 2022
Thursday, July 07, 2022
Tuesday, July 05, 2022
Sunday, July 03, 2022
the street - Octavio Paz
Here is a long and silent street.I walk in blackness and I stumble and fall
and rise, and I walk blind, my feet
trampling the silent stones and the dry leaves.
Someone behind me also tramples, stones, leaves:
if I slow down, he slows;
if I run, he runs
I turn :
nobody.
Everything dark and doorless,
only my steps aware of me,
I turning and turning among these corners
which lead forever to the street
where nobody waits for, nobody follows me,
where I pursue a man who stumbles
and rises and says when he sees me:
nobody.
Where Without Whom - Octavio Paz
Μιλώ για την πόλη - Octavio Paz
Νέα του σήμερα και ερείπια αύριο κιόλας, θαμμένα και αναστημένα κάθε μέρα,
συνυπάρχουν σε οδούς, πλατείες, λεωφορεία, ταξί, σινεμάδες, θέατρα, μπαρ, ξενοδοχεία, περιστερεώνες, κατακόμβες,
η πόλη τεράστια και χωράει σε μιά κάμαρα τριών τετραγωνικών μέτρων ατελείωτη σαν γαλαξίας,
η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιάς λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο,
η πόλη που βλασταίνει στα βλέφαρα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα μου και αφυπνίζεται,
με τα μνημεία και τʼ αγάλματά της, με τις ιστορίες και τους θρύλους της
σʼ έναν κρουνό φτιαγμένον από πάμπολλα μάτια και όπου το καθένα της καθρεφτίζει το ίδιο σταματημένο πάνω στη στιγμή τοπίο,
πριν απʼ τα σχολεία και τις φυλακές, τους αριθμούς και τα αλφάβητα, τους ιερούς βωμούς και τον νόμο:
ο ποταμός που είναι τέσσερα ποτάμια, ο κήπος, το δέντρο, η Γυναίκα και ο Άντρας ντυμένος άνεμο
– να επιστρέφεις, να επιστρέφεις, να ξανάσαι πηλός, να λούζεσαι σʼ αυτό το φως, να κοιμάσαι κάτω από όλες τούτες τις φωτοχυσίες,
να πλέεις στα νερά του χρόνου σαν το φλογισμένο σφενταμόφυλλο που το παρασέρνει το ρεύμα,
να επιστρέφεις, κοιμόμαστε άραγε ή είμαστε ξύπνιοι; είμαστε, απλώς βρισκόμαστε εδώ, ξημερώνει, είναι νωρίς,
βρισκόμαστε στην πόλη, αδύνατον να βγούμε απʼ αυτήν χωρίς να πέσουμε σε άλλην, ταυτόσημη και εν τούτοις διαφορετική, μια πόλη άλλη,
μιλώ για την τεράστια πόλη, πραγματικότητα καθημερινή φτιαγμένη με δύο μόνο λέξεις: οι άλλοι,
και σε καθέναν τους υπάρχει ένα εγώ κομμένο από ένα εμείς, ένα εγώ ασύδοτο,
μιλώ για την πόλη που χτίστηκε απʼ τους νεκρούς, που κατοικείται από τʼ αδιάλλακτα φαντάσματά της, που κυβερνάται απʼ τη δεσποτική της μνήμη,
η πόλη με την οποία μιλώ όσο δεν μιλώ με κανέναν και που τώρα μου υπαγορεύει τούτες τις άγρυπνες λέξεις,
μιλώ για τους πύργους, τις γέφυρες, τους υπόγειους σιδηρόδρομους, τα υπόστεγα, θαύματα και όλεθρους,
το αφηρημένο Κράτος και τις συγκεκριμένες αστυνομίες του, τους παιδαγωγούς του, τους δεσμοφύλακές του, τους ιεροκήρυκές του,
τα καταστήματα που έχουν τα πάντα και που καταναλώνουμε τα πάντα και όλα γίνονται μεμιάς καπνός,
τις αγορές με τις πυραμίδες των φρούτων τους, εναλλαγή των τεσσάρων εποχών, τα κρεμασμένα σφαχτάρια στα τσιγκέλια, τους λόφους των μπαχαρικών και τους πύργους με τα βαζάκια τουρσιών και τις κονσέρβες κρέατος,
όλα τα χρώματα και τα αρώματα, όλες οι γεύσεις και όλα τα υλικά, η παλίρροια των φωνών –νερό, μέταλλο, ξύλο, λάσπη–, η φασαρία, η συναλλαγή και η κοροϊδία από την πρώτη-πρώτη ημέρα και εντεύθεν αδιαλείπτως,
μιλώ για τα κτίρια από πέτρα πελεκητή και μάρμαρο, από τσιμέντο, γυαλί, σίδερο, για τον κοσμάκη στους προθάλαμους και τα κατώφλια, για τʼ ασανσέρ που ανεβαίνουνε και κατεβαίνουν σαν τον υδράργυρο στο θερμόμετρο,
για τις τράπεζες και τα διοικητικά συμβούλιά τους, για τα εργοστάσια και τους διευθυντές τους, για τους εργάτες και τις αιμομικτικές τους μηχανές,
μιλώ για την αμνήμονη παρέλαση της πορνείας σε δρόμους μεγάλους όπως ο πόθος και όπως η ανία,
για το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, καθρέφτη των μόχθων μας, των διαφόρων μορφών του χρέους και του πάθους (γιατί, προς τί, για πού;),
για τα πάντοτε υπερπλήρη νοσοκομεία και όπου πάντοτε πεθαίνουμε μόνοι,
μιλώ για το σκιόφως μερικών ναών και για τις τρεμάμενες φλόγες των κεριών στην αγία τράπεζα,
γλώσσες δειλές, με τις οποίες μιλούν οι ανάπηροι με τους αγίους και με τις παρθένες σε μιά γλώσσα φλογισμένη και συνεχώς διακοπτόμενη,
μιλώ για τον δείπνο κάτω απʼ το μονόφθαλμο φως, στο κουτσό τραπέζι και στα φαγωμένα γύρω-γύρω στα χείλη τους πιάτα,
για τις αθώες φυλές που καταυλίζονται στους χερσότοπους με τα γυναικόπαιδά τους, με τα ζωντανά και τα φαντάσματά τους,
για τους αρουραίους στον υπόνομο και για τους ατρόμητους σπουργίτες που κάνουνε φωλιά τους τα καλώδια, τα γεισώματα και τα μαρτυρικά δεντράκια,
για τους διαλογιζόμενους γάτους και τις ελευθεριάζουσες διηγήσεις τους στο φως της σελήνης, της σκληρής θεάς των ταρατσών,
για τους περιπλανώμενους σκύλους, που είναι οι δικοί μας φραγκισκανοί μοναχοί και οι δικοί μας μπχίκου, για τους σκύλους που ξεθάβουνε τα κόκαλα του ήλιου,
μιλώ για τον αναχωρητή και για την κοινότητα των λιμπερτίνων, για τον όρκο των εκδικητών και για των κλεφτών τη συμμορία,
για τη συνωμοσία των ισοτιστών και για την εταιρεία των Φίλων του Εγκλήματος, για τη λέσχη των αυτοχείρων και για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη,
για τον Φίλο των Ανθρώπων, ακονιστή της λαιμητόμου, και για τον Καίσαρα, Τέρψη του Γένους των Ανθρώπων,
μιλώ για την παραλυτική συνοικία, για τη λαβωμένη μάντρα, τη στερεμένη πηγή, το μουντζουρωμένο άγαλμα,
μιλώ για τους σκουπιδότοπους που έχουνε ανάστημα βουνού και για τον αμίλητο ήλιο που καθαρίζεται μέσα στην αιθαλομίχλη,
για τα σπασμένα τζάμια και για την έρημο των παλιοσίδερων, για το έγκλημα της χθεσινής νύχτας και για το συμπόσιο του αθάνατου Τριμαλχίωνα,
για το φεγγάρι ανάμεσα στις κεραίες των τηλεοράσεων και για μιά πεταλούδα πάνω σʼ έναν κάδο απορριμμάτων καθισμένη,
μιλώ για ροδαυγές σαν πέταγμα γερανών στη λίμνη και για τον ήλιο με τις διάφανες φτερούγες που κουρνιάζει στα πέτρινα φυλλώματα των εκκλησιών και για το κελάρυσμα του φωτός στους γυάλινους κορμούς των ανακτόρων,
μιλώ για κάτι σούρουπα στις αρχές φθινοπώρου, καταρράχτες άυλου χρυσού, μετασχηματισμούς αυτού του κόσμου, τα πάντα χάνουν το σώμα τους, τα πάντα μετεωρίζονται,
το φως στοχάζεται και καθένας μας νιώθει νά ʼναι μέσα στον στοχασμό τούτου του φωτός που αντανακλάται, κι όσο διαρκεί μιά μεγάλη στιγμή ο χρόνος εξατμίζεται, και ξανάμαστε εκ νέου αέρας,
μιλώ για το καλοκαίρι και για τη νύχτα την αργόσυρτη που μεγαλώνει στον ορίζοντα σαν βουνό καπνού που λίγο-λίγο καταρρέει και πέφτει επάνω μας σαν κύμα,
συνδιαλλαγή των στοιχείων, η νύχτα έχει γείρει και το κορμί της είναι ποτάμι ορμητικό που μονομιάς κοιμήθηκε, εμείς κλυδωνιζόμαστε στα κύματα της ανάσας της, η ώρα είναι πια χειροπιαστή, μπορούμε να την πιάσουμε όπως πιάνουμε τους καρπούς στα δέντρα,
ανάψανε τα φώτα, οι λεωφόροι καίγονται απʼ τη φλόγα του πόθου, το φως το ηλεκτρικό στα πάρκα διαπερνάει τα φυλλώματα και πέφτει πάνω μας βροχούλα πράσινη και φωσφορίζουσα που μας φωτίζει χωρίς να μας μουσκεύει, τα δέντρα μουρμουρίζουνε, μας λένε κάτι,
υπάρχουν δρόμοι στο ημίφως που είναι χαμογελαστοί υπαινιγμοί, δεν ξέρουμε πού πάνε, ίσως τραβάνε την αποβάθρα των χαμένων νησιών,
μιλώ για τʼ αστέρια πάνω στα ψηλά λιακωτά και για φράσεις δυσανάγνωστες που γράφουν στις πέτρες του ουρανού,
μιλώ, ναι, για το ξαφνικό ανεμομπόρι που μαστιγώνει τα τζάμια και ταπεινώνει τις αλέες, κράτησε εικοσιπέντε λεπτά και τώρα πια υπάρχουν εκεί ψηλά γαλάζιες τρύπες και πίδακες φωτός, ο ατμός ανεβαίνει από την άσφαλτο, τʼ αυτοκίνητα λάμπουνε, έχει λούμπες εκεί όπου σαλπάρουν πλεούμενα φορτωμένα ανταύγειες,
μιλώ για σύννεφα νομαδικά και για μιά λυγερή μουσική που φωτίζει ένα δωμάτιο σε κάποιον πέμπτον όροφο και για μιά θορυβώδη ροή γελώτων εν τω μέσω της νυκτός σαν νεράκι μακρινό που ρέει ανάμεσα σε ρίζες και σε χλόες,
μιλώ για την προσδοκώμενη συνάντηση με αυτή την απροσδόκητη μορφή όπου το άγνωστο σαρκώνεται εμφανιζόμενο ανεξαιρέτως στον καθένα:
μάτια που είναι η νύχτα που ανοιγοκλείνει και η μέρα που ξυπνάει, η θάλασσα που απλώνεται και η φλόγα που ομιλεί, στήθη γενναία: παλίρροια σεληνιακή,
χείλη που λένε σουσάμι και ανοίγει ο χρόνος και η κάμαρα η μικρή γίνεται κήπος μεταμορφώσεων, ο δε αήρ και το πυρ συναρμόζονται, ενώ η γη και το ύδωρ συγχωνεύονται,
ή μήπως είναι η έλευση της στιγμής, όπου ακριβώς εκεί πέρα, σʼ εκείνη την άλλη πλευρά που δεν είναι άλλη από τούτην εδώ, το κλειδί κλειδώνεται και ο χρόνος παύει εκπορευόμενος;
στιγμή του ίσαμʼ εδώ, τέλος λόξυγκος, βόγκου και αγωνίας, η ψυχή χάνει σώμα και γκρεμίζεται από μιά τρύπα του πατώματος, πέφτει μες στον ίδιο της τον εαυτό, ο χρόνος δεν πατάει πουθενά, είναι ανεδαφικός, διαβαίνουμε έναν διάδρομο αχανή, λαχανιάζουμε σε κάποιαν αμμουδιά,
η μουσική άραγε αυτή πλησιάζει ή απομακρύνεται, αυτά τα φώτα τα χλωμά σβήνουν ή ανάβουνε; τραγουδάει το διάστημα, ο χρόνος κατεδαφίζεται: πνέει τα λοίσθια, είναι το βλέμμα που γλιστράει στον λείο τοίχο, είναι ο τοίχος που σωπαίνει, ο τοίχος,
μιλώ για τη δημόσια ιστορία μας και για τη μυστική ιστορία μας, τη δική σου και τη δική μου ιστορία,
μιλώ για το πέτρινο δάσος, την έρημο του προφήτη, τη μυρμηγκοφωλιά των ψυχών, τη σύναξη των φυλών, τον οίκο των κατόπτρων, τον λαβύρινθο των αντιλάλων,
μιλώ για τον μεγάλο αχό που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μουρμούρισμα ασυνάρτητο εθνών που ενώνονται ή απόλλυνται, κουτρουβάλα μαζών και των όπλων τους σαν τρόχαλα που σπάνε εκτοξευόμενα, ήχος κουφός οστών καθώς γκρεμίζονται στην τάφρο της ιστορίας μέσα,
μιλώ για την πόλη, για μιά βοσκοπούλα αιώνων, για μιά μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει, που μας επινοεί και έπειτα μας ξεχνάει.
Mετάφραση Γιώργου Κεντρωτή
As One Listens To The Rain - Octavio Paz

Listen to me as one listens to the rain,
not attentive, not distracted,light footsteps, thin drizzle,
water that is air, air that is time,
the day is still leaving,
the night has yet to arrive,
figurations of mist
at the turn of the corner,
figurations of time
at the bend in this pause,
listen to me as one listens to the rain,
without listening, hear what I say
with eyes open inward, asleep
with all five senses awake,
it's raining, light footsteps, a murmur of syllables,
air and water, words with no weight:
what we are and are,
the days and years, this moment,
weightless time and heavy sorrow,
listen to me as one listens to the rain,
wet asphalt is shining,
steam rises and walks away,
night unfolds and looks at me,
you are you and your body of steam,
you and your face of night,
you and your hair, unhurried lightning,
you cross the street and enter my forehead,
footsteps of water across my eyes,
listen to me as one listens to the rain
Thursday, June 30, 2022
Wednesday, June 29, 2022
Saturday, June 25, 2022
Friday, June 24, 2022
Thursday, June 23, 2022
Spandau Ballet - True (HD Remastered)
A PRAYER TO ALL THE DEAD AMONG MINE OWN PEOPLE
Wednesday, June 22, 2022
The Waterboys - Fisherman's Blues
I wish I was a fisherman
tumblin’ on the seas
far away from dry land
and it’s bitter memories
castin’ out my sweet line
with abandonment and love
no ceiling bearin’ down on me
save the starry sky above
with light in my head
with you in my arms…
Ι wish i was the brakeman
on a hurtlin fevered train
crashin head long into the heartland
like a cannon in the rain
with the feelin of the sleepers
and the burnin of the coal
countin the towns flashin' by
and a night that’s full of soul
with light in my head
with you in my arms…
And I know I will be loosened
from the bonds that hold me fast
and the chains all around me
will fall away at last
and on that grand and fateful day
I will take thee in my hand
I will ride on a train
I will be the fisherman
With light in my head
You in my arms...
Tuesday, June 21, 2022
Ten Sharp - You (Official Music Video)
Monday, June 20, 2022
Sunday, June 19, 2022
One has to reach to the absolute state of awareness: that is Zen. You cannot do it every morning for a few minutes or for half an hour and then forget all about it. It has to become like your heartbeat. You have to sit in it, you have to walk in it. Yes, you have even to sleep in it.
Οsho
Saturday, June 18, 2022
Friday, June 17, 2022
Thursday, June 16, 2022
Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α Τ Ο Υ Ε Τ Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Υ Α Λ Μ Π Ε Ρ Τ Ο Κ Α Ε Ϊ Ρ Ο
«Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»
ΧIII
Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.
Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.
[…]
XΧΧ
Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.
Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.
Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.
ΧΧΧVI
Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!
Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!
Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…
Το σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.
Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.
XL
Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.
XLII
Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.
Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του
7-5-1914
Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
7-11-1915
Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.
F e r n a n d o P e s s o a (1888-1935)
Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης
























