Tuesday, April 21, 2020

Αλλά τα βράδια - Τάσος Λειβαδίτης



Και να που φτάσαμε εδώ
Χωρίς αποσκευές
Μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.

Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο
φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη...

Βέβαια αγάπησε
τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα.
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη...

Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού
και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα.
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη...

Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου ’ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες.
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυο,
κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη...

Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δως μου το χέρι σου...
Δως μου το χέρι σου...

Wednesday, March 04, 2020

An Arundel tomb - Philip Larkin


Side by side, their faces blurred,   
The earl and countess lie in stone,   
Their proper habits vaguely shown   
As jointed armour, stiffened pleat,   
And that faint hint of the absurd—   
The little dogs under their feet.

Such plainness of the pre-baroque    
Hardly involves the eye, until
It meets his left-hand gauntlet, still   
Clasped empty in the other; and   
One sees, with a sharp tender shock,   
His hand withdrawn, holding her hand.

They would not think to lie so long.   
Such faithfulness in effigy
Was just a detail friends would see:
A sculptor’s sweet commissioned grace   
Thrown off in helping to prolong   
The Latin names around the base.

They would not guess how early in
Their supine stationary voyage
The air would change to soundless damage,   
Turn the old tenantry away;
How soon succeeding eyes begin
To look, not read. Rigidly they

Persisted, linked, through lengths and breadths   
Of time. Snow fell, undated. Light
Each summer thronged the glass. A bright   
Litter of birdcalls strewed the same
Bone-riddled ground. And up the paths   
The endless altered people came,

Washing at their identity.   
Now, helpless in the hollow of   
An unarmorial age, a trough
Of smoke in slow suspended skeins   
Above their scrap of history,   
Only an attitude remains:

Time has transfigured them into   
Untruth. The stone fidelity
They hardly meant has come to be   
Their final blazon, and to prove   
Our almost-instinct almost true:   
What will survive of us is love.

Thursday, February 20, 2020

Μάσενκα - Βασίλης Λαλιώτης

...Το να γράφεις ποίηση είναι η εσχάτη απόδειξη περί της
υπάρξεως του Θεού.
Προσδοκώ ανάσταση λέξεων...

Tuesday, February 04, 2020

Αγαπάω - Νίκος Καββαδίας



Αγαπάω τ’ ό,τι θλιμμένο στον κόσμο,

Τα θολά τα ματάκια, τους άρρωστους ανθρώπους,

Τα ξερά, γυμνά δέντρα και τα έρημα πάρκα,

Τις νεκρές πολιτείες, τους τρισκότεινους τόπους.

Τους σκυφτούς οδοιπόρους που μ ένα δισάκι

Για μια πολιτεία μακρινή ξεκινάνε.

Τους τυφλούς μουσικούς των πολύβουων δρόμων,

Τους φτωχούς, τους αλήτες, αυτούς που πεινάνε

Τα χλωμά τα κορίτσια που πάντα προσμένουν

Τον ιππότη που είδαν μια βραδιά στο όνειρό τους

Να φανεί απ τα βάθη του απέραντου δρόμου

Τους κοιμώμενους κύκνους πάνω στ’ ασπροφτερό τους

Τα καράβια που φεύγουν για καινούρια ταξίδια

Και δεν ξέρουν καλά αν θα γυρίσουν ποτέ πίσω

Αγαπάω, και θα θελα μαζί τους να πάω,

Κι ούτε πια να γυρίσω

Αγαπάω τις κλαμένες, ωραίες γυναίκες

Που κοιτάνε μακριά, που κοιτάνε θλιμμένα.

Αγαπώ σε τούτον τον κόσμο ό, τι κλαίει

Γιατί μοιάζει με μένα.