Tuesday, September 20, 2022

Καβάφης 4ever

 Η Σατραπεία (1910)


Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται·
να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρείς στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον (1911)

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ', ακούσθει
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές -
την τύχη σου που ενδίδει πιά, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μιά τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ' όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,

κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Ιθάκη (1911)

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Καβαφική για πάντα

 Θερμοπύλες (1903)


Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των

ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.

Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·

δίκαιοι κ' ίσοι σ' όλες των τες πράξεις,

αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·

γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν

είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·

πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,

πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.


Και περισσότερη τιμή τους πρέπει

όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)

πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,

κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.


Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1904)


— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.


— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;

Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;


Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;

Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.


—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,

και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη

στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;


Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.

Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί

τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε

για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί

τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.


— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν

σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·

γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,

και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·

γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια

μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;


Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.


—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα

να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;


Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·

κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.


— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία

κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).

Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,

κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;


Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.

Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,

και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.


Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.


Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.


Φωνές (1904)


Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες

εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι

για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.


Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·

κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.


Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν

ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας -


σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.


Τρώες (1905)


Είν' η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·

είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.

Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι

παίρνουμ' επάνω μας· κι αρχίζουμε

νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.


Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.

Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας

βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.--


Είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.

Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη

θ' αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,

κ' έξω στεκόμεθα ν' αγωνισθούμε.


Αλλ' όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,

η τόλμη κ' η απόφασίς μας χάνονται·

ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·

κι ολόγυρα απ' τα τείχη τρέχουμε

ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.


Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,

στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.

Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ' αισθήματα.


Πικρά για μας ο Πρίαμος κ' η Εκάβη κλαίνε.


Η πόλις (1910)


Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.

Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ' αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·

κ' είν' η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.

Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω

ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,

που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»


Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θά βρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς

τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·

και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-

δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ


στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γη την χάλασες.


Καβάφης - η πρώτη μου αγάπη

 Τείχη (1897)


Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ

μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.


Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.

Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·


διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.

Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.


Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Κεριά (1899)


Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας

σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -

χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.


Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,

μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·

τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,

κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.


Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,

και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.

Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.


Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω

τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,


τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.


Che fece... il gran rifiuto (1901)


Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μιά μέρα

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι

να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει

έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα


πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.

Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,

όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει

εκείνο τ' όχι -το σωστό- εις όλην την ζωή του.


Τα παράθυρα (1903)


Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για νάβρω τα παράθυρα. - Οταν ανοίξει

ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. -

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ

να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.

Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει.

Monday, September 19, 2022

And death shall have no dominion = Dylan Thomas

 And death shall have no dominion.

Dead men naked they shall be one

With the man in the wind and the west moon;

When their bones are picked clean and the clean bones gone,

They shall have stars at elbow and foot;

Though they go mad they shall be sane,

Though they sink through the sea they shall rise again;

Though lovers be lost love shall not;

And death shall have no dominion.


And death shall have no dominion.

Under the windings of the sea

They lying long shall not die windily;

Twisting on racks when sinews give way,

Strapped to a wheel, yet they shall not break;

Faith in their hands shall snap in two,

And the unicorn evils run them through;

Split all ends up they shan't crack;

And death shall have no dominion.


And death shall have no dominion.

No more may gulls cry at their ears

Or waves break loud on the seashores;

Where blew a flower may a flower no more

Lift its head to the blows of the rain;

Though they be mad and dead as nails,

Heads of the characters hammer through daisies;

Break in the sun till the sun breaks down,

And death shall have no dominion.



Friday, September 02, 2022

 ΠΡΩΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ, του Ρίλκε

Από τις τάξεις των αγγέλων ποιος,
ποιος θα μ' άκουε, αν έκραζα;
Που αν ένας τους πάνω του μ' έσφιγγε
νεκρός θα 'πεφτα,
τέτοια η δύναμη, η ύπαρξη του.
Γιατί η ομορφιά δεν είναι
παρά η αρχή, η ασήκωτη, τού τρομερού.
Μοναχά θαυμάζεται. Έτσι γαλήνια,
ατάραχη και δεν μας συντρίβει.
Κάθε άγγελος τρομερός.
Κρατάω ακόμα, δολερό κάλεσμα,
σκοτεινά καταπίνοντας αναφιλητά.
Ποιο καταφύγιο;
Μήτε άγγελοι, μήτε άνθρωποι,
μέχρι και τα ζώα σοφά
και νοιώθουν αβέβαιη την κατοικία μας,
στον κόσμο αυτόν, τον φανερωμένο εδώ.
Ένα δέντρο μόνο, κατηφορίζοντας,
να βλέπουμε ξανά και ξανά,
αυτό μένει ή ο δρόμος ο χθεσινός
κι' η ξεφτισμένη πίστη
σε μια συνήθεια πού τής άρεσε
κι' έμεινε και πια δεν έφυγε.
Κι' η νύχτα μένει, ω η νύχτα,
όταν άνεμος γεμάτος άπειρο
τρώει τα πρόσωπα,
νύχτα όλο πόθο και διάψευση γλυκιά,
των μοναχικών, νύχτα βαρειά.
Νά 'ναι για όσους αγαπούν πιο ελαφριά;
Ο ένας στον άλλο μέσα κρύβουν τη μοίρα τους.
Αυτό μόνο. Δεν έμαθες ακόμα;
Εκεί πού η ανάσα φαρδιά στον χώρο μέσα,
εκεί το κενό απόθεσε απ' την αγκάλη σου.
Εκεί τον διάπλατο αέρα τα πουλιά,
με μύχιο να νιώσουν πέταγμα.
Ναι, σε χρειάζονταν η άνοιξη.
Αστέρια που σκιρτούσαν
για ένα σου κοίταγμα ,
ένα κύμα που εσηκώθη απ' τα περασμένα,
ή που στο διάβα σου από παράθυρο ανοιχτό,
ένα βιολί δινόταν μοναχό.
Όλα ένα πρόσταγμα.
Όμως το πήγες ως το τέλος;
Ή μήπως όλα ετούτα ένα προμήνυμα
για μιαν αγάπη που θα 'ρχόταν
κι' έτσι σκόρπιος
δόθηκες στην προσμονή;
(Κι' άραγε πού θε να 'βρισκες
για τέτοιες κρυψώνες χώρο,
που οι νύχτες σου μεγάλες
από άλλο στοχασμό;)
Αν όμως καίγεσαι για έρωτα,
τραγούδησε τον,
ακόμα αθάνατος δεν είναι.
Εκείνον που πιό πολύ φθονείς,
που πιό δυνατός και χωρίς ησυχασμό,
τον εγκατάλειπο έρωτα,
αξεπέραστα, ξανά και ξανά ψάλλε.
Στοχάσου: ο ήρωας αθάνατος
κι' η πτώση του μια πρόφαση μοναχά,
για την έσχατη γέννηση του.
Όμως πίσω δεν γυρίζουν όσοι αγαπούν,
η φύση τους ρουφά
κι η δύναμη λιγοστή να γεννηθούν ξανά.
Τραγούδησες ποτέ σου τάχα
μιά Γκάσπαρα Στάμπα,
που εικόνισμα να γίνει ακριβό,
για τα κορίτσια δίχως άντρα,
που ξέμειναν κι είδωλα της γίναν;
Αυτοί οι αρχαίοι πόνοι
θα βγάλουν άραγε κάποτε χυμό;
Καιρός λυτρωμένοι πια από αγάπη,
ν' αγαπάμε
και σπαράζοντας να νικάμε,
όπως νικάει
το βέλος τη χορδή,
αναδιπλώνεται, πετάει
πέρα απ' το σύνορο του πάει,
κάθε φορά που μια υπέρβαση ποθεί.
Γιατί όλα προχωρούν κι ουδέν μένει.
Φωνές, φωνές καρδιά μου άκουγε,
που μόνο άγιοι άκουαν,
που κάλεσμα γιγάντιο
τους εσήκωνε απ' τη γη
κι' όμως αυτοί γονατιστοί,
ατάραχοι. Ακατόρθωτοι. Έτσι άκουαν.
Κι όχι που θ' άντεχες φωνή θεού, όχι.
Μόνο την πνοή άκουγε,
μήνυμα άπαυτο
απ' της σιωπής τη σάρκα.
Των πεθαμένων το ζεστό βουητό.
Στης Ρώμης και της Νάπολης
τις εκκλησιές μπαίνοντας
η μοίρα τους σου μίλαγε σιγαληνά.
Ή μια επιγραφή ανάγλυφη αλλού,
όπως πρόσφατα η πλάκα,
στη Σάντα Μαρία Φορμόζα.
Τι να ζητούν, τι από μένα θέλουν;
Χρέος μου την εντύπωση του άδικου,
αθόρυβα ν' απαλείψω
που εμποδίζει ξάφνου
την κίνηση την ελεύθερη
του πνεύματος τους.
Παράξενο τη γη πια να μην την κατοικείς,
έξεις που μόλις ένιωσες να μην ακολουθείς,
σε ρόδα και σε άλλα
πράγματα υποσχετικά
σημασία μέλλοντος ανθρώπινου
να μη δίνεις πια.
Αυτό που υπήρξες
μες την ατέλειωτη αγωνία των χεριών,
να μην είσαι άλλο πια
κι ακόμα το ίδιο σου το όνομα,
παιχνίδι χάλασμα να παρατάς.
Παράξενο, πέρα να είσαι απ' την επιθυμία.
Παράξενο, κάθε τι που είχε πρώτα συνοχή,
απολυμένο μες στον χώρο να φτεροκοπά.
Μα και νεκρός να 'σαι, κόπο έχει,
απέραντο κενό να γεμίσεις
μέχρι που σιγά - σιγά
λίγο από αιωνιότητα ν' ακουμπήσεις.
Όμως οι αυστηρές διακρίσεις
πάντα των ζωντανών είναι σφάλμα.
Οι άγγελοι, λένε, δεν ήξεραν, ανάμεσα
νεκρών ή ζωντανών αν βάδιζαν.
Τα δύο βασίλεια διασχίζοντας,
αέναο ρεύμα παρασέρνοντας
συμφερόμενους τους καιρούς όλους,
σ' έναν υπέρηχο και των δυο.
Αυτοί, τέλος, που έφυγαν νωρίς,
ανάγκη δεν μας έχουν καμμιά,
αποτραβιέται κανείς από τα γήινα
ήρεμα, όπως απ' της μητέρας τον μαστό
μεγαλώνοντας μετά.
Αλλά. εμείς, που απέραντη
η ανάγκη μας για μυστήριο,
που μέχρι κι' η λύπη γόνιμη,
θα υπήρχαμε άραγε χωρίς αυτούς;
Να πήγε ο μύθος μάταια,
πως κάποτε, στον θρήνο για τον Λίνο,
η πρώτη τόλμησε μουσική
στου πάγου την επιφάνεια τη σκληρή
πέρασμα να βρεί,
πως για πρώτη φορά
στον τρομαγμένο χώρο μέσα,
απ' όπου έφυγε ξαφνικά,
σχεδόν θεϊκός, ο έφηβος παντοτινά,
εταράχθη τόσο το κενό,
πού 'γίνε περιδίνηση κι' έπειτα γόος
και μέχρι σήμερα πηγή παρηγοριάς
στήριγμα στον εαυτό μας.
Μετ. Μαρία Μπούκουρα