Friday, September 02, 2022

 ΠΡΩΤΗ ΕΛΕΓΕΙΑ, του Ρίλκε

Από τις τάξεις των αγγέλων ποιος,
ποιος θα μ' άκουε, αν έκραζα;
Που αν ένας τους πάνω του μ' έσφιγγε
νεκρός θα 'πεφτα,
τέτοια η δύναμη, η ύπαρξη του.
Γιατί η ομορφιά δεν είναι
παρά η αρχή, η ασήκωτη, τού τρομερού.
Μοναχά θαυμάζεται. Έτσι γαλήνια,
ατάραχη και δεν μας συντρίβει.
Κάθε άγγελος τρομερός.
Κρατάω ακόμα, δολερό κάλεσμα,
σκοτεινά καταπίνοντας αναφιλητά.
Ποιο καταφύγιο;
Μήτε άγγελοι, μήτε άνθρωποι,
μέχρι και τα ζώα σοφά
και νοιώθουν αβέβαιη την κατοικία μας,
στον κόσμο αυτόν, τον φανερωμένο εδώ.
Ένα δέντρο μόνο, κατηφορίζοντας,
να βλέπουμε ξανά και ξανά,
αυτό μένει ή ο δρόμος ο χθεσινός
κι' η ξεφτισμένη πίστη
σε μια συνήθεια πού τής άρεσε
κι' έμεινε και πια δεν έφυγε.
Κι' η νύχτα μένει, ω η νύχτα,
όταν άνεμος γεμάτος άπειρο
τρώει τα πρόσωπα,
νύχτα όλο πόθο και διάψευση γλυκιά,
των μοναχικών, νύχτα βαρειά.
Νά 'ναι για όσους αγαπούν πιο ελαφριά;
Ο ένας στον άλλο μέσα κρύβουν τη μοίρα τους.
Αυτό μόνο. Δεν έμαθες ακόμα;
Εκεί πού η ανάσα φαρδιά στον χώρο μέσα,
εκεί το κενό απόθεσε απ' την αγκάλη σου.
Εκεί τον διάπλατο αέρα τα πουλιά,
με μύχιο να νιώσουν πέταγμα.
Ναι, σε χρειάζονταν η άνοιξη.
Αστέρια που σκιρτούσαν
για ένα σου κοίταγμα ,
ένα κύμα που εσηκώθη απ' τα περασμένα,
ή που στο διάβα σου από παράθυρο ανοιχτό,
ένα βιολί δινόταν μοναχό.
Όλα ένα πρόσταγμα.
Όμως το πήγες ως το τέλος;
Ή μήπως όλα ετούτα ένα προμήνυμα
για μιαν αγάπη που θα 'ρχόταν
κι' έτσι σκόρπιος
δόθηκες στην προσμονή;
(Κι' άραγε πού θε να 'βρισκες
για τέτοιες κρυψώνες χώρο,
που οι νύχτες σου μεγάλες
από άλλο στοχασμό;)
Αν όμως καίγεσαι για έρωτα,
τραγούδησε τον,
ακόμα αθάνατος δεν είναι.
Εκείνον που πιό πολύ φθονείς,
που πιό δυνατός και χωρίς ησυχασμό,
τον εγκατάλειπο έρωτα,
αξεπέραστα, ξανά και ξανά ψάλλε.
Στοχάσου: ο ήρωας αθάνατος
κι' η πτώση του μια πρόφαση μοναχά,
για την έσχατη γέννηση του.
Όμως πίσω δεν γυρίζουν όσοι αγαπούν,
η φύση τους ρουφά
κι η δύναμη λιγοστή να γεννηθούν ξανά.
Τραγούδησες ποτέ σου τάχα
μιά Γκάσπαρα Στάμπα,
που εικόνισμα να γίνει ακριβό,
για τα κορίτσια δίχως άντρα,
που ξέμειναν κι είδωλα της γίναν;
Αυτοί οι αρχαίοι πόνοι
θα βγάλουν άραγε κάποτε χυμό;
Καιρός λυτρωμένοι πια από αγάπη,
ν' αγαπάμε
και σπαράζοντας να νικάμε,
όπως νικάει
το βέλος τη χορδή,
αναδιπλώνεται, πετάει
πέρα απ' το σύνορο του πάει,
κάθε φορά που μια υπέρβαση ποθεί.
Γιατί όλα προχωρούν κι ουδέν μένει.
Φωνές, φωνές καρδιά μου άκουγε,
που μόνο άγιοι άκουαν,
που κάλεσμα γιγάντιο
τους εσήκωνε απ' τη γη
κι' όμως αυτοί γονατιστοί,
ατάραχοι. Ακατόρθωτοι. Έτσι άκουαν.
Κι όχι που θ' άντεχες φωνή θεού, όχι.
Μόνο την πνοή άκουγε,
μήνυμα άπαυτο
απ' της σιωπής τη σάρκα.
Των πεθαμένων το ζεστό βουητό.
Στης Ρώμης και της Νάπολης
τις εκκλησιές μπαίνοντας
η μοίρα τους σου μίλαγε σιγαληνά.
Ή μια επιγραφή ανάγλυφη αλλού,
όπως πρόσφατα η πλάκα,
στη Σάντα Μαρία Φορμόζα.
Τι να ζητούν, τι από μένα θέλουν;
Χρέος μου την εντύπωση του άδικου,
αθόρυβα ν' απαλείψω
που εμποδίζει ξάφνου
την κίνηση την ελεύθερη
του πνεύματος τους.
Παράξενο τη γη πια να μην την κατοικείς,
έξεις που μόλις ένιωσες να μην ακολουθείς,
σε ρόδα και σε άλλα
πράγματα υποσχετικά
σημασία μέλλοντος ανθρώπινου
να μη δίνεις πια.
Αυτό που υπήρξες
μες την ατέλειωτη αγωνία των χεριών,
να μην είσαι άλλο πια
κι ακόμα το ίδιο σου το όνομα,
παιχνίδι χάλασμα να παρατάς.
Παράξενο, πέρα να είσαι απ' την επιθυμία.
Παράξενο, κάθε τι που είχε πρώτα συνοχή,
απολυμένο μες στον χώρο να φτεροκοπά.
Μα και νεκρός να 'σαι, κόπο έχει,
απέραντο κενό να γεμίσεις
μέχρι που σιγά - σιγά
λίγο από αιωνιότητα ν' ακουμπήσεις.
Όμως οι αυστηρές διακρίσεις
πάντα των ζωντανών είναι σφάλμα.
Οι άγγελοι, λένε, δεν ήξεραν, ανάμεσα
νεκρών ή ζωντανών αν βάδιζαν.
Τα δύο βασίλεια διασχίζοντας,
αέναο ρεύμα παρασέρνοντας
συμφερόμενους τους καιρούς όλους,
σ' έναν υπέρηχο και των δυο.
Αυτοί, τέλος, που έφυγαν νωρίς,
ανάγκη δεν μας έχουν καμμιά,
αποτραβιέται κανείς από τα γήινα
ήρεμα, όπως απ' της μητέρας τον μαστό
μεγαλώνοντας μετά.
Αλλά. εμείς, που απέραντη
η ανάγκη μας για μυστήριο,
που μέχρι κι' η λύπη γόνιμη,
θα υπήρχαμε άραγε χωρίς αυτούς;
Να πήγε ο μύθος μάταια,
πως κάποτε, στον θρήνο για τον Λίνο,
η πρώτη τόλμησε μουσική
στου πάγου την επιφάνεια τη σκληρή
πέρασμα να βρεί,
πως για πρώτη φορά
στον τρομαγμένο χώρο μέσα,
απ' όπου έφυγε ξαφνικά,
σχεδόν θεϊκός, ο έφηβος παντοτινά,
εταράχθη τόσο το κενό,
πού 'γίνε περιδίνηση κι' έπειτα γόος
και μέχρι σήμερα πηγή παρηγοριάς
στήριγμα στον εαυτό μας.
Μετ. Μαρία Μπούκουρα

Sunday, August 28, 2022

Parov Stelar - The Sun (feat. Graham Candy) (Official Video)

If you forget me - Pablo Neruda

 I want you to know

one thing.


You know how this is:

if I look

at the crystal moon, at the red branch

of the slow autumn at my window,

if I touch

near the fire

the impalpable ash

or the wrinkled body of the log,

everything carries me to you,

as if everything that exists,

aromas, light, metals,

were little boats

that sail

toward those isles of yours that wait for me.


Well, now,

if little by little you stop loving me

I shall stop loving you little by little.


If suddenly

you forget me

do not look for me,

for I shall already have forgotten you.


If you think it long and mad,

the wind of banners

that passes through my life,

and you decide

to leave me at the shore

of the heart where I have roots,

remember

that on that day,

at that hour,

I shall lift my arms

and my roots will set off

to seek another land.


But

if each day,

each hour,

you feel that you are destined for me

with implacable sweetness,

if each day a flower

climbs up to your lips to seek me,

ah my love, ah my own,

in me all that fire is repeated,

in me nothing is extinguished or forgotten,

my love feeds on your love, beloved,

and as long as you live it will be in your arms

without leaving mine.

Little stones on my window - Mario Benedetti

 

Once in a while
joy throws little stones at my window
it wants to let me know that it's waiting for me
but today I'm calm
I'd almost say even-tempered
I'm going to keep anxiety locked up
and then lie flat on my back
which is an elegant and comfortable position
for receiving and believing news

who knows where I'll be next
or when my story will be taken into account
who knows what advice I still might come up with
and what easy way out I'll take not to follow it

don't worry, I won't gamble with an eviction
I won't tattoo remembering with forgetting
there are many things left to say and suppress
and many grapes left to fill our mouths

don't worry, I'm convinced
joy doesn't need to throw any more little stones
I'm coming
I'm coming.


Μario Benedetti

 ΚΑΤΑΔΙΩΞΗ

Όπως σε τόσους και τόσους εφιάλτες, άρχισε να τρέχει τρομοκρατημένος. Οι μπότες των διωκτών του ακούγονταν καθώς αντηχούσαν πάνω στα ξερά φύλλα. Οι πανίσχυρες δρασκελιές τους πλησίαζαν με ρυθμό ξέφρενο που σε τρέλαινε.

Εδώ και λίγο καιρό, όποτε έβλεπε εφιάλτη, δεν είχε παρά να ξυπνήσει για να βρει τη σωτηρία, όμως από τότε οι διώκτες είχαν μάθει το κόλπο του κι έτσι δεν μπορούσε να τους αιφνιδιάσει.

Αυτή τη φορά όμως, τους έπιασε και πάλι στον ύπνο. Την στιγμή ακριβώς που τα λαγωνικά πίστεψαν πως θα ξυπνούσε, εκείνος απλώς ονειρεύτηκε πως κοιμόταν.

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΥΚΟΛΗ Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥΣ

Τους συνέλαβαν για προσβολή της αιδούς. Και κανείς δεν τους πίστεψε όταν ο άνδρας και η γυναίκα προσπάθησαν να δώσουν εξηγήσεις. Η αλήθεια είναι πως η αγάπη τους δεν ήταν εύκολη. Εκείνος έπασχε από κλειστοφοβία, εκείνη από αγοραφοβία. Γι’ αυτό και μόνο έκαναν έρωτα στα κατώφλια.

ΡΟΥΤΙΝΕΣ

Στα μέσα του 1974 έσκαγαν στο Μπουένος Άιρες κάθε νύχτα δέκα ή δώδεκα βόμβες. Με διαφορετική ένταση η κάθε μία, αλλά έσκαγαν. Το να ξυπνάς στις δύο ή τρεις το πρωί από έναν αλυσιδωτό σαματά, είχε σχεδόν γίνει συνήθειο. Μέχρι και τα παιδιά συνήθιζαν αυτή τη ρουτίνα.

Ένας φίλος μου ντόπιος άρχισε να αντιλαμβάνεται αυτή τη συνήθεια από τότε που, μια νύχτα, έγινε μια δυνατή έκρηξη κοντά στο διαμέρισμά του και ο γιος του, που μόλις είχε κλείσει τα πέντε, ξύπνησε τρομαγμένος.

«Τι ήταν αυτό;», ρώτησε. Ο φίλος μου τον πήρε στα χέρια, τον χάιδεψε για να ηρεμήσει, όμως σύμφωνα με την παιδεία και τις αρχές του, του είπε την αλήθεια: «Ήταν μια βόμβα». «Ευτυχώς!», είπε ο μικρός. «Νόμισα πως ήταν μπουμπουνητό».

[Τα διηγήματα «Persecuta», «Su amor no era sencillo» και «Rutinas» του Mario Benedetti προέρχονται από το βιβλίο του Despistes y franquezas (1989).]

Οι άγγελοι και το σεξ - Mario Benedetti


(El sexo de los ángeles)

  ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΛΥΠΗΡΑ κε­νὰ πλη­ρο­φό­ρη­σης ποὺ ἔ­χουν τα­λα­νί­σει ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη τῶν ἀγ­γέ­λων. Τὸ στοι­χεῖ­ο, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ἐ­πι­βε­βαι­ω­θεῖ, ὅ­τι οἱ ἄγ­γε­λοι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα, ἴ­σως νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ὅ­πως οἱ θνη­τοί.

         Ἄλ­λη ἐκ­δο­χή, ἐ­πί­σης ἀ­νε­πι­βε­βαί­ω­τη ἀλ­λὰ πιὸ ἀ­λη­θο­φα­νής, ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι μπο­ρεῖ μὲν οἱ ἄγ­γε­λοι νὰ μὴν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὰ σώ­μα­τά τους (γιὰ τὸν ἁ­πλού­στα­το λό­γο ὅ­τι δὲν ἔ­χουν) τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νουν ὅ­μως μὲ λέ­ξεις, ἐν­νο­εῖ­ται μὲ τὶς κα­τάλ­λη­λες.

         Ἔ­τσι, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ Ἄγ­γε­λος καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα συ­ναν­τι­οῦν­ται στὸ σταυ­ρο­δρό­μι δύ­ο δι­α­φα­νει­ῶν, ἀρ­χί­ζουν νὰ κοι­τά­ζον­ται, νὰ ξε­λο­γι­ά­ζον­ται καὶ νὰ μπαί­νουν σὲ πει­ρα­σμὸ ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας βλέμ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α, ἀ­σφα­λῶς, εἶ­ναι αγγελικά.

        Καὶ ἂν ὁ Ἄγ­γε­λος, γιὰ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει τὴν κα­τά­στα­ση, πεῖ: «Σπό­ρος», ἡ Ἀγ­γέ­λα, γιὰ νὰ τὸν φουν­τώ­σει, ἀ­παν­τά­ει: «Αὐ­λά­κι». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Χι­ο­νο­στι­βά­δα» καὶ ἐ­κεί­νη, τρυ­φε­ρά: «Ἄ­βυσ­σος».

         Οἱ λέ­ξεις δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη ρυθ­μὸ σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἢ στορ­γι­κὲς σὰν νι­φά­δες.

        Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Κορ­μός». Καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα: «Σπη­λιά».

         Κά­που ἐ­κεῖ κον­τὰ φτε­ρο­κο­ποῦν ἕ­νας Φύ­λα­κας Ἄγ­γε­λος, μι­σο­γύ­νης καὶ ἀ­θό­ρυ­βος, καὶ ἕ­νας Ἄγ­γε­λος τοῦ Θα­νά­του, χῆ­ρος καὶ ζο­φε­ρός. Ἀλ­λὰ τὸ ζευ­γά­ρι τῶν ἐ­ρα­στῶν δὲν στα­μα­τά­ει, συ­νε­χί­ζει νὰ συλ­λα­βί­ζει τὸν ἔ­ρω­τά του.

 Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Πη­γή». Καὶ ἐ­κεί­νη: «Κοι­λά­δα».

Οἱ συλ­λα­βὲς δι­α­πο­τί­ζον­ται μὲ δρο­σο­στα­λί­δες καί, ἐ­δῶ καὶ κεῖ, ἀ­νά­με­σά σὲ κρυ­στάλ­λους χι­ο­νιοῦ, κυ­κλο­φο­ροῦν ὁ ἀ­έ­ρας καὶ οἱ προσ­δο­κί­ες τους. Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Σπα­θί», καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα, ἀ­πα­στρά­πτου­σα: «Πλη­γή». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Κω­δω­νο­κρου­σί­α», καὶ ἐ­κεί­νη: «Συ­να­γερ­μός».

Καὶ τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς τοῦ ὑ­περ­κό­σμιου ὀρ­γα­σμοῦ, οἱ θύσ­σα­νοι καὶ οἱ σω­ρεῖ­τες, τὰ στρώ­μα­τα καὶ οἱ με­λα­νί­ες, ρι­γοῦν, σεί­ον­ται, ἐ­κρή­γνυν­ται, καὶ ὁ ἔ­ρω­τας τῶν ἀγ­γέ­λων πέ­φτει σὰν κα­ται­γι­στι­κὴ βρο­χὴ πά­νω στὸν κό­σμο.

Από το ιστορίες Bonsai, του Πλανόδιον

Μετάφραση Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.


Sunday, July 03, 2022

the street - Octavio Paz


 Here is a long and silent street.

I walk in blackness and I stumble and fall
and rise, and I walk blind, my feet
trampling the silent stones and the dry leaves.
Someone behind me also tramples, stones, leaves:
if I slow down, he slows;
if I run, he runs     
I turn :
nobody.

Everything dark and doorless,
only my steps aware of me,
I turning and turning among these corners
which lead forever to the street
where nobody waits for, nobody follows me,
where I pursue a man who stumbles
and rises and says when he sees me:
nobody.

Where Without Whom - Octavio Paz

 




Τhere is not
A single soul among the trees
And I 
Don't know where I've gone.

Μιλώ για την πόλη - Octavio Paz

 



Νέα του σήμερα και ερείπια αύριο κιόλας, θαμμένα και αναστημένα κάθε μέρα,

συνυπάρχουν σε οδούς, πλατείες, λεωφορεία, ταξί, σινεμάδες, θέατρα, μπαρ, ξενοδοχεία, περιστερεώνες, κατακόμβες,
η πόλη τεράστια και χωράει σε μιά κάμαρα τριών τετραγωνικών μέτρων ατελείωτη σαν γαλαξίας,
η πόλη που μας ονειρεύεται όλους και που όλοι τη φτιάχνουμε και τη χαλάμε και την ξαναφτιάχνουμε όσο ονειρευόμαστε,
η πόλη που όλοι ονειρευόμαστε και που ακατάπαυστα μεταβάλλεται όσο εμείς ονειρευόμαστε,
η πόλη που ξυπνάει κάθε εκατό χρόνια και κοιτάζεται στον καθρέφτη μιάς λέξης και μη αναγνωρίζοντας τον εαυτό της ξαναρίχνεται ευθύς στον ύπνο,
η πόλη που βλασταίνει στα βλέφαρα της γυναίκας που κοιμάται δίπλα μου και αφυπνίζεται,
με τα μνημεία και τʼ αγάλματά της, με τις ιστορίες και τους θρύλους της
σʼ έναν κρουνό φτιαγμένον από πάμπολλα μάτια και όπου το καθένα της καθρεφτίζει το ίδιο σταματημένο πάνω στη στιγμή τοπίο,
πριν απʼ τα σχολεία και τις φυλακές, τους αριθμούς και τα αλφάβητα, τους ιερούς βωμούς και τον νόμο:
ο ποταμός που είναι τέσσερα ποτάμια, ο κήπος, το δέντρο, η Γυναίκα και ο Άντρας ντυμένος άνεμο
– να επιστρέφεις, να επιστρέφεις, να ξανάσαι πηλός, να λούζεσαι σʼ αυτό το φως, να κοιμάσαι κάτω από όλες τούτες τις φωτοχυσίες,
να πλέεις στα νερά του χρόνου σαν το φλογισμένο σφενταμόφυλλο που το παρασέρνει το ρεύμα,
να επιστρέφεις, κοιμόμαστε άραγε ή είμαστε ξύπνιοι; είμαστε, απλώς βρισκόμαστε εδώ, ξημερώνει, είναι νωρίς,
βρισκόμαστε στην πόλη, αδύνατον να βγούμε απʼ αυτήν χωρίς να πέσουμε σε άλλην, ταυτόσημη και εν τούτοις διαφορετική, μια πόλη άλλη,
μιλώ για την τεράστια πόλη, πραγματικότητα καθημερινή φτιαγμένη με δύο μόνο λέξεις: οι άλλοι,
και σε καθέναν τους υπάρχει ένα εγώ κομμένο από ένα εμείς, ένα εγώ ασύδοτο,
μιλώ για την πόλη που χτίστηκε απʼ τους νεκρούς, που κατοικείται από τʼ αδιάλλακτα φαντάσματά της, που κυβερνάται απʼ τη δεσποτική της μνήμη,
η πόλη με την οποία μιλώ όσο δεν μιλώ με κανέναν και που τώρα μου υπαγορεύει τούτες τις άγρυπνες λέξεις,

μιλώ για τους πύργους, τις γέφυρες, τους υπόγειους σιδηρόδρομους, τα υπόστεγα, θαύματα και όλεθρους,
το αφηρημένο Κράτος και τις συγκεκριμένες αστυνομίες του, τους παιδαγωγούς του, τους δεσμοφύλακές του, τους ιεροκήρυκές του,
τα καταστήματα που έχουν τα πάντα και που καταναλώνουμε τα πάντα και όλα γίνονται μεμιάς καπνός,
τις αγορές με τις πυραμίδες των φρούτων τους, εναλλαγή των τεσσάρων εποχών, τα κρεμασμένα σφαχτάρια στα τσιγκέλια, τους λόφους των μπαχαρικών και τους πύργους με τα βαζάκια τουρσιών και τις κονσέρβες κρέατος,
όλα τα χρώματα και τα αρώματα, όλες οι γεύσεις και όλα τα υλικά, η παλίρροια των φωνών –νερό, μέταλλο, ξύλο, λάσπη–, η φασαρία, η συναλλαγή και η κοροϊδία από την πρώτη-πρώτη ημέρα και εντεύθεν αδιαλείπτως,
μιλώ για τα κτίρια από πέτρα πελεκητή και μάρμαρο, από τσιμέντο, γυαλί, σίδερο, για τον κοσμάκη στους προθάλαμους και τα κατώφλια, για τʼ ασανσέρ που ανεβαίνουνε και κατεβαίνουν σαν τον υδράργυρο στο θερμόμετρο,
για τις τράπεζες και τα διοικητικά συμβούλιά τους, για τα εργοστάσια και τους διευθυντές τους, για τους εργάτες και τις αιμομικτικές τους μηχανές,
μιλώ για την αμνήμονη παρέλαση της πορνείας σε δρόμους μεγάλους όπως ο πόθος και όπως η ανία,
για το πηγαινέλα των αυτοκινήτων, καθρέφτη των μόχθων μας, των διαφόρων μορφών του χρέους και του πάθους (γιατί, προς τί, για πού;),
για τα πάντοτε υπερπλήρη νοσοκομεία και όπου πάντοτε πεθαίνουμε μόνοι,
μιλώ για το σκιόφως μερικών ναών και για τις τρεμάμενες φλόγες των κεριών στην αγία τράπεζα,
γλώσσες δειλές, με τις οποίες μιλούν οι ανάπηροι με τους αγίους και με τις παρθένες σε μιά γλώσσα φλογισμένη και συνεχώς διακοπτόμενη,
μιλώ για τον δείπνο κάτω απʼ το μονόφθαλμο φως, στο κουτσό τραπέζι και στα φαγωμένα γύρω-γύρω στα χείλη τους πιάτα,
για τις αθώες φυλές που καταυλίζονται στους χερσότοπους με τα γυναικόπαιδά τους, με τα ζωντανά και τα φαντάσματά τους,
για τους αρουραίους στον υπόνομο και για τους ατρόμητους σπουργίτες που κάνουνε φωλιά τους τα καλώδια, τα γεισώματα και τα μαρτυρικά δεντράκια,
για τους διαλογιζόμενους γάτους και τις ελευθεριάζουσες διηγήσεις τους στο φως της σελήνης, της σκληρής θεάς των ταρατσών,
για τους περιπλανώμενους σκύλους, που είναι οι δικοί μας φραγκισκανοί μοναχοί και οι δικοί μας μπχίκου, για τους σκύλους που ξεθάβουνε τα κόκαλα του ήλιου,
μιλώ για τον αναχωρητή και για την κοινότητα των λιμπερτίνων, για τον όρκο των εκδικητών και για των κλεφτών τη συμμορία,
για τη συνωμοσία των ισοτιστών και για την εταιρεία των Φίλων του Εγκλήματος, για τη λέσχη των αυτοχείρων και για τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη,
για τον Φίλο των Ανθρώπων, ακονιστή της λαιμητόμου, και για τον Καίσαρα, Τέρψη του Γένους των Ανθρώπων,
μιλώ για την παραλυτική συνοικία, για τη λαβωμένη μάντρα, τη στερεμένη πηγή, το μουντζουρωμένο άγαλμα,
μιλώ για τους σκουπιδότοπους που έχουνε ανάστημα βουνού και για τον αμίλητο ήλιο που καθαρίζεται μέσα στην αιθαλομίχλη,
για τα σπασμένα τζάμια και για την έρημο των παλιοσίδερων, για το έγκλημα της χθεσινής νύχτας και για το συμπόσιο του αθάνατου Τριμαλχίωνα,
για το φεγγάρι ανάμεσα στις κεραίες των τηλεοράσεων και για μιά πεταλούδα πάνω σʼ έναν κάδο απορριμμάτων καθισμένη,
μιλώ για ροδαυγές σαν πέταγμα γερανών στη λίμνη και για τον ήλιο με τις διάφανες φτερούγες που κουρνιάζει στα πέτρινα φυλλώματα των εκκλησιών και για το κελάρυσμα του φωτός στους γυάλινους κορμούς των ανακτόρων,
μιλώ για κάτι σούρουπα στις αρχές φθινοπώρου, καταρράχτες άυλου χρυσού, μετασχηματισμούς αυτού του κόσμου, τα πάντα χάνουν το σώμα τους, τα πάντα μετεωρίζονται,
το φως στοχάζεται και καθένας μας νιώθει νά ʼναι μέσα στον στοχασμό τούτου του φωτός που αντανακλάται, κι όσο διαρκεί μιά μεγάλη στιγμή ο χρόνος εξατμίζεται, και ξανάμαστε εκ νέου αέρας,
μιλώ για το καλοκαίρι και για τη νύχτα την αργόσυρτη που μεγαλώνει στον ορίζοντα σαν βουνό καπνού που λίγο-λίγο καταρρέει και πέφτει επάνω μας σαν κύμα,
συνδιαλλαγή των στοιχείων, η νύχτα έχει γείρει και το κορμί της είναι ποτάμι ορμητικό που μονομιάς κοιμήθηκε, εμείς κλυδωνιζόμαστε στα κύματα της ανάσας της, η ώρα είναι πια χειροπιαστή, μπορούμε να την πιάσουμε όπως πιάνουμε τους καρπούς στα δέντρα,
ανάψανε τα φώτα, οι λεωφόροι καίγονται απʼ τη φλόγα του πόθου, το φως το ηλεκτρικό στα πάρκα διαπερνάει τα φυλλώματα και πέφτει πάνω μας βροχούλα πράσινη και φωσφορίζουσα που μας φωτίζει χωρίς να μας μουσκεύει, τα δέντρα μουρμουρίζουνε, μας λένε κάτι,
υπάρχουν δρόμοι στο ημίφως που είναι χαμογελαστοί υπαινιγμοί, δεν ξέρουμε πού πάνε, ίσως τραβάνε την αποβάθρα των χαμένων νησιών,
μιλώ για τʼ αστέρια πάνω στα ψηλά λιακωτά και για φράσεις δυσανάγνωστες που γράφουν στις πέτρες του ουρανού,
μιλώ, ναι, για το ξαφνικό ανεμομπόρι που μαστιγώνει τα τζάμια και ταπεινώνει τις αλέες, κράτησε εικοσιπέντε λεπτά και τώρα πια υπάρχουν εκεί ψηλά γαλάζιες τρύπες και πίδακες φωτός, ο ατμός ανεβαίνει από την άσφαλτο, τʼ αυτοκίνητα λάμπουνε, έχει λούμπες εκεί όπου σαλπάρουν πλεούμενα φορτωμένα ανταύγειες,
μιλώ για σύννεφα νομαδικά και για μιά λυγερή μουσική που φωτίζει ένα δωμάτιο σε κάποιον πέμπτον όροφο και για μιά θορυβώδη ροή γελώτων εν τω μέσω της νυκτός σαν νεράκι μακρινό που ρέει ανάμεσα σε ρίζες και σε χλόες,
μιλώ για την προσδοκώμενη συνάντηση με αυτή την απροσδόκητη μορφή όπου το άγνωστο σαρκώνεται εμφανιζόμενο ανεξαιρέτως στον καθένα:
μάτια που είναι η νύχτα που ανοιγοκλείνει και η μέρα που ξυπνάει, η θάλασσα που απλώνεται και η φλόγα που ομιλεί, στήθη γενναία: παλίρροια σεληνιακή,
χείλη που λένε σουσάμι και ανοίγει ο χρόνος και η κάμαρα η μικρή γίνεται κήπος μεταμορφώσεων, ο δε αήρ και το πυρ συναρμόζονται, ενώ η γη και το ύδωρ συγχωνεύονται,
ή μήπως είναι η έλευση της στιγμής, όπου ακριβώς εκεί πέρα, σʼ εκείνη την άλλη πλευρά που δεν είναι άλλη από τούτην εδώ, το κλειδί κλειδώνεται και ο χρόνος παύει εκπορευόμενος;
στιγμή του ίσαμʼ εδώ, τέλος λόξυγκος, βόγκου και αγωνίας, η ψυχή χάνει σώμα και γκρεμίζεται από μιά τρύπα του πατώματος, πέφτει μες στον ίδιο της τον εαυτό, ο χρόνος δεν πατάει πουθενά, είναι ανεδαφικός, διαβαίνουμε έναν διάδρομο αχανή, λαχανιάζουμε σε κάποιαν αμμουδιά,
η μουσική άραγε αυτή πλησιάζει ή απομακρύνεται, αυτά τα φώτα τα χλωμά σβήνουν ή ανάβουνε; τραγουδάει το διάστημα, ο χρόνος κατεδαφίζεται: πνέει τα λοίσθια, είναι το βλέμμα που γλιστράει στον λείο τοίχο, είναι ο τοίχος που σωπαίνει, ο τοίχος,
μιλώ για τη δημόσια ιστορία μας και για τη μυστική ιστορία μας, τη δική σου και τη δική μου ιστορία,
μιλώ για το πέτρινο δάσος, την έρημο του προφήτη, τη μυρμηγκοφωλιά των ψυχών, τη σύναξη των φυλών, τον οίκο των κατόπτρων, τον λαβύρινθο των αντιλάλων,
μιλώ για τον μεγάλο αχό που έρχεται από τα βάθη των χρόνων, μουρμούρισμα ασυνάρτητο εθνών που ενώνονται ή απόλλυνται, κουτρουβάλα μαζών και των όπλων τους σαν τρόχαλα που σπάνε εκτοξευόμενα, ήχος κουφός οστών καθώς γκρεμίζονται στην τάφρο της ιστορίας μέσα,
μιλώ για την πόλη, για μιά βοσκοπούλα αιώνων, για μιά μάνα που μας εγκυμονεί και μας καταβροχθίζει, που μας επινοεί και έπειτα μας ξεχνάει.


Mετάφραση Γιώργου Κεντρωτή

As One Listens To The Rain - Octavio Paz


 



Listen to me as one listens to the rain,

not attentive, not distracted,light footsteps, thin drizzle,
water that is air, air that is time,
the day is still leaving,
the night has yet to arrive,
figurations of mist
at the turn of the corner,
figurations of time
at the bend in this pause,
listen to me as one listens to the rain,
without listening, hear what I say
with eyes open inward, asleep
with all five senses awake,
it's raining, light footsteps, a murmur of syllables,
air and water, words with no weight:
what we are and are,
the days and years, this moment,
weightless time and heavy sorrow,
listen to me as one listens to the rain,
wet asphalt is shining,
steam rises and walks away,
night unfolds and looks at me,
you are you and your body of steam,
you and your face of night,
you and your hair, unhurried lightning,
you cross the street and enter my forehead,
footsteps of water across my eyes,
listen to me as one listens to the rain

Wednesday, June 22, 2022

Christopher Cross - Ride Like The Wind - Scroll Lyrics "22"

Life After Death – Scientific Evidence | An Interview with Oliver Lazar

Alan Watts - Most EPIC Speech Of All Time

The Waterboys - Fisherman's Blues

I wish I was a fisherman

tumblin’ on the seas

far away from dry land

and it’s bitter memories

castin’ out my sweet line

with abandonment and love

no ceiling bearin’ down on me

save the starry sky above

with light in my head

with you in my arms…

Ι wish i was the brakeman

on a hurtlin fevered train

crashin head long into the heartland

like a cannon in the rain

with the feelin of the sleepers

and the burnin of the coal

countin the towns flashin' by

and a night that’s full of soul

with light in my head

with you in my arms…

And I know I will be loosened

from the bonds that hold me fast

and the chains all around me

will fall away at last

and on that grand and fateful day

I will take thee in my hand

I will ride on a train

I will be the fisherman

With light in my head

You in my arms...

Monday, June 20, 2022

“You have to grow from the inside out. None can teach you, none can make you spiritual. There is no other teacher but your own soul.” Swami Vivekananda

Mahler: Adagietto Symphony 5 - Karajan*

Sunday, June 19, 2022



One has to reach to the absolute state of awareness: that is Zen. You cannot do it every morning for a few minutes or for half an hour and then forget all about it. It has to become like your heartbeat. You have to sit in it, you have to walk in it. Yes, you have even to sleep in it.

Οsho

Woman Raises A Baby Flamingo Who Comes Back To Snuggle | The Dodo Heroes

Eros Ramazzotti - Se bastasse una canzone (Official Video)

Thursday, June 16, 2022

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α Τ Ο Υ Ε Τ Ε Ρ Ω Ν Υ Μ Ο Υ Α Λ Μ Π Ε Ρ Τ Ο Κ Α Ε Ϊ Ρ Ο

 «Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος
Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.
Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

[…]

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.
Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.
Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.
Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.
Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,
Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.
Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες
Και δουλεύουν τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!
Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός
Που χτίζει έναν τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…
Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…
Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι
Στην κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,
Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε
Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

XL

Μια πεταλούδα περνά από μπροστά μου
Και για πρώτη φορά παρατηρώ στη Δημιουργία
Ότι δεν έχουν χρώμα ή κίνηση οι πεταλούδες,
Κανονικά, όπως χρώμα ή άρωμα δεν έχουν τα λουλούδια.
Χρώμα είναι αυτό που χρωματίζει της πεταλούδας τα φτερά
Κίνηση είναι αυτό που υπεισέρχεται στην κίνηση της πεταλούδας
Άρωμα είναι αυτό που αρωματίζει του λουλουδιού τη μυρωδιά.
Η πεταλούδα είναι μονάχα πεταλούδα
Και το λουλούδι, απλά ένα λουλούδι.

XLII

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.
Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.
Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.
Περνάμε και ξεχνιόμαστε.

Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του

7-5-1914

Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.
Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα
Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.
Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα
Βλέποντας πως το  φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.
Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.
Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν
Υπάρχουν  νέα φύλλα, νέα λουλούδια
Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.
Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται
Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.

7-11-1915

Ίσως αυτή να είναι
Η τελευταία μέρα της ζωής μου.
Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.
Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.
Ήμουν χαρούμενος
Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.
–Αυτό ήταν όλο.

F e r n a n d o   P e s s o a  (1888-1935)

Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης

πηγή