Tuesday, June 07, 2016



Η ΒΑΛΙΤΣΑ, Τάσος Ποταμιάνος, Περιοδικό Λέξη, Μάϊος-Ιούλιος 2001

Τή χρονιά πού τέλειωνα τό γυμνάσιο, όποτε έβρισκα καιρό, κατέβαινα στο κέντρο της πόλης και έψαχνα τα μαγαζιά που πούλαγαν βαλίτσες.

Μόλις έβλεπα ένα μπροστά μου, έμπαινα μέσα και άρχιζα να περιεργάζομαι το εμπόρευμα. Επιθεωρούσα επιμελώς όλα τα είδη, βαλίτσες, σακκίδια, σάκκους στρατιωτικούς και σάκκους εκστρατείας, τσάντες, αεροπορικά βαλιτσάκια, σάκ βουαγιάζ με ροδάκια, τα έπιασα να νιώσω την υφή τους, τα υλικά που ήτανε φτιαγμένα, υφασμάτινα, δερμάτινα, πλαστικά, νάυλον, κοίταζα τα χρώματα, συνήθως τα πιό πολλά είναι σκούρα, μαύρο, λαδί, καφέ, γκρί σκούρο, βαθύ μπλέ, βαθύ κόκκινο και πιο σπάνια ανοιχτόχρωμα και λίγο φανταιζί, φούξια, ροζ, γαλάζιο.

Επειτα πρόσεχα τα σχήματα, τις φόρμες, τα σχέδια, τις ραφές, ύστερα το μέγεθος να φανταστώ την περιεκτικότητά τους, άλλα πιο μεγάλα, χωρούν όμως λιγότερα πράγματα, άλλα πιο μικρά, φτιαγμένα όμως από υλικά πιο μαλακά, χωράνε περισσότερα. Υστερα μελετούσα τα κουμπώματα, φερμουάρ, κλειδώματα και κλειδαριές, λουκέτα με κωδικούς, λαβές και πλαϊνές ασφάλειες.

Πολλές φορές με πλησίαζαν οι πωλητές να με ρωτήσουν αν χρειάζομαι βοήθεια. Δεν έχανα τότε κι εγώ την ευκαιρία, κι έπιανα αμέσως την κουβέντα, ρωτούσα για τύπους βαλιτσών, μάρκες, χώρες προελεύσεως, τελευταία μοντέλα. Μα αν τύχαινε να με ρωτήσουν τι την θέλω την βαλίτσα, τι θέλω να βάλω μέσα, πάγωνα. Κι όταν προσπαθούσα να τους πω, ν’ απαριθμήσω τα πράγματα που ήθελα να βάλω στη βαλίτσα, μ’ έπιανε κρύος ιδρώτας, δύσπνοια, άρχιζα να κοκκινίζω, οπότε ο πωλητής έτρεχε να μου φέρει μιά καρέκλα και ένα ποτήρι νερό, χωρίς να μπορεί να καταλάβει γιατί τέτοια ταραχή. Μετά ζητούσα συγγνώμη, έφευγα και κατευθυνόμουν σ’ άλλο βαλιτσάδικο και έπειτα σε άλλο.

Πάει καιρός που ήθελα ν’ αγοράσω μιά βαλίτσα. Δεν είχα όμως βρεί ακόμα αυτήν που ονειρευόμουν, αν και νομίζω πως πρέπει να ‘χα γυρίσει όλα σχεδόν τα βαλιτσάδικα του κέντρου. Το πρόβλημά μου ήταν ότι η βαλίτσα που θα ‘παιρνα του χρόνου που θα ‘φευγα μετανάστης στους συγγενείς στην Αυστραλία, έπρεπε να χωράει ακριβώς τα είκοσι πράγματα που ήθελα να πάρω μαζί μου. Δεν έπρεπε να είναι ούτε πιο μικρή και μείνει τίποτα απ’ έξω, ούτε πιο μεγάλη, οπότε τα πράγματα θα έπλεαν και έτσι θα αναγκαζόμουν να την γεμίσω με άλλα περιττά και εντελώς άχρηστα.

Ηξερα πως η βαλίτσα που χρειάζομαι για το μεγάλο μου ταξίδι, πρέπει να χωράει τα εξής είκοσι πράγματα:

1. Εναν γυάλινο βώλο
2. Ενα τεύχος του Μικρού Ήρωα
3. Τρία χαρτάκια από τσίχλες με τις φωτογραφίες των: Σιδέρη, Δομάζου Παπαϊωάννου
4. Ενα σπασμένο και κλεμμένο σηματάκι της Μερσεντές
5. Μία φιγούρα του Καραγκιόζη
6. Ενα καπάκι μπουκαλιού μπύρας ΦΙΞ
7. Την τρόμπα του ποδηλάτου μου
8. Ενα σακούλι τσιπς από το περίπτερο
9. Ενα πόστερ του Τζίμυ Χέντριξ
10. Τη σελίδα με τη ζωγραφιά της εκκλησίας απ’ τ’ αναγνωστικό της πρώτης δημοτικού
11. Το προσκοπικό μου μαντήλι
12. Μιά γόμα μισή ροζ μισή γαλάζια
13. Ενα τρανζιστοράκι που να λέει το ματς της Κυριακής
14. Την πετονιά μου με τ’ αγκίστρια
15. Ενα δίσκο 45 στροφών με το Eleanor Rigby των Μπήτλς
16. Ενα ζευγάρι κορδόνια απ’ τα παπούτσια μου του μπάσκετ
17. Ενα πακέτο Καρέλια
18. Το χαμόγελο της Τζοκόντα του Χατζιδάκι
19. Ενα κεράκι της Λαμπρής

Κι όλα αυτά τα δεκαεννιά τα πράγματα κάπως βολευόντουσαν, όλο και κάποιο σακκούλι θα ‘βρισκα να τα χωρέσω. Ομως εκείνο που δεν κατάφερνα με τίποτα, ποτέ και πουθενά να το βολέψω, είναι εκείνο το εικοστό, αυτό το τελευταίο πράγμα που ήθελα να βάλω στη βαλίτσα και που ακόμα σήμερα δεν ξέρω που να το χωρέσω και που ίσως να ‘ναι και το μόνο που θα θελήσω να πάρω μαζί μου όταν ΄ρθει η ώρα μου για το άλλο μου ταξίδι το μακρύ, το τελευταίο, είναι εκείνες που φορούσε πάντοτε στο σπίτι, αυτές οι νούμερο τριανταεφτά μισό οι πορτοκαλιές οι γόβες της μαμάς μου.

No comments: